Αλληλεπίδραση ταυτοτήτων εκπαιδευτικών-μαθητών

Η διαπραγμάτευση ταυτοτήτων είναι μια διαδικασία, στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης της ταυτότητας του εκπαιδευτικού με το μαθητή, όπου αναγνωρίζεται η ενεργός συμμετοχή του στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του`ουσιαστικά ο καθένας διαμορφώνει την ταυτότητά του σε σχέση με τον άλλον. Σχετικά με τους πολιτισμικά διαφέροντες μαθητές αναγνωρίζεται η αντίσταση των μαθητών αυτών στην υποτίμηση της προσωπικότητάς τους ή της κοινότητας από την οποία που προέρχονται, καθώς επίσης και στην υπεράσπιση και κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Aπό τα παραπάνω προκύπτει λοιπόν οτι ο εκπαιδευτικός βρίσκεται σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με τους μαθητές. Το αίτημα για  μια αποτελεσματική διαπολιτισμική ένταξη και κοινωνικοποίηση των ανθρώπων που βιώνουν τη δίγλωσση επικοινωνία και η επιδίωξη διαμόρφωσης ενός θεωρητικού γενικού πλαισίου διπολιτισμικής, διγλωσσικής και διαπολιτισμικής αγωγής, που θα δώσει την δυνατότητα  απόκτησης  μιας  ισορροπημένης διπολιτισμικής ταυτότητας και θα άρει τους κινδύνους  που ελλοχεύουν για αυτά τα άτομα όπως, κοινωνικός αποκλεισμός και περιθωριοποίηση (Σκούρτου 1997),  προβάλλεται ως επιτακτική ανάγκη1. Γι΄αυτόν τον λόγο η στάση και η συμπεριφορά του, ειδικά προς τους δίγλωσσους και πολιτισμικά διαφορετικούς μαθητές ,είναι καθοριστική για την σχολική επίδοση αλλά και για την προσωπική  και κοινωνική εξέλιξη  των μαθητών αυτών. Ο εκπαιδευτικός, όπως αναφέρει και ο Cummins2, μπορεί να επιλέξει είτε την επιβολή εξουσίας είτε τη συνεργατική δημιουργία δύναμης.           

Πιο συγκεκριμένα όταν ο εκπαιδευτικός  υιοθετεί την παραδοσιακή ταυτότητα του εκπαιδευτικού ,δηλαδή υποστηρίζει τη σχέση εξουσίας  που διέπει την αλληλεπίδραση με τους μαθητές, συμπεριφέρεται ως τιμωρός στους δίγλωσσους μαθητές, επειδή μιλούν στο σχολείο τη μητρική τους γλώσσα, αγνοεί ή απορρίπτει τις γνώσεις ,τον πολιτισμό και τις αξίες  που είναι φορείς, όλα αυτά συνηγορούν στη σχολική αποτυχία. Επιπλέον, όταν τους θεωρεί νοητικά κατώτερους, διότι δεν μιλούν την κυρίαρχη γλώσσα, τότε αναντίρρητα δεν μπορεί να περιμένει θετική  ανταπόκριση και επιτυχία από τους μαθητές.                                 

Το χειρότερο θα μπορούσε να πει κανείς σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το γεγονός οτι ο εκπαιδευτικός δεν αντιλαμβάνεται την λάθος αυτή προσέγγιση και αποδίδει την αποτυχία σε  παράγοντες όπως: δεν ενδιαφέρεται ο μαθητής να μάθει ή είναι αδιάφοροι οι γονείς.   Από την άλλη μεριά, η δεύτερη επιλογή που έχει ο εκπαιδευτικός είναι να δημιουργήσει μεσα από αυτήν την αλληλεπίδραση και την διαπραγμάτευση, ένα κλίμα αλληλοσεβασμού, να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη  και η αποδοχή ώστε οι μαθητές να αναπτύξουν στο έπακρο, όσο είναι δυνατόν, τις δεξιότητες, την προσωπικότητά τους, την κριτική τους ικανότητα.      Αυτό  βέβαια προυποθέτει οτι  αμφισβητεί  αυτήν την εξουσιαστική δομή στη σχέση με τους μαθητές του και θεωρεί τον εαυτό του βοηθό και συνεργάτη για να ξεπεράσει κάθε παιδί τις δυσκολίες του και να επεξεργαστεί γόνιμα την εμπειρία  και την ταυτότητά του. Ένα γεγονός το οποίο καθορίζει την ταυτότητα που αναπτύσσουν οι πολιτισμικά διαφορετικοί μαθητές είναι σαφώς ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η κοινότητα από την οποία προέρχονται από την κυρίαρχη κοινωνία. Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον Cummins, οι κοινότητες αυτές έχουν αποδυναμωθεί ιστορικά και πολιτισμικά στις σχέσεις αλληλεπίδρασης με τους κυρίαρχους κοινωνικούς θεσμούς, οπότε εύλογο είναι και οι μαθητές που προέρχονται από αυτές τις κοινότητες να αποδυναμώνονται εκπαιδευτικά καθώς εισέρχονται στο σχολείο.                                                                                                          

Συμπληρωματικά το αίσθημα της αβεβαιότητας, της ανασφάλειας, η αδυναμία να επικοινωνήσει διότι δε μιλάει την κυρίαρχη γλώσσα  δημιουργούν την αίσθηση οτι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, υποβαθμίζονται , αποθαρρύνονται πάρα πολύ εύκολα και θεωρούν οτι δε θα τα καταφέρουν, δεν αποκτούν αυτεπίγνωση και δεν έχουν διάθεση να καταβάλλουν προσπάθεια για μάθηση και ενεργό συμμετοχή στη διδασκαλία.                                                                                                                             

 Για να ανατραπεί αυτή ηκατάσταση θα πρέπει ο εκπαιδευτικός να αρνηθεί πλήρως την σχέση εξουσίας και να την αντικαταστήσει με συνεργατικές σχέσεις δημιουργώντας συνθήκες «ενδυνάμωσης» στις σχέσεις αλληλεπίδρασης μέσα στην τάξη. Θ α πρέπει να γίνει επίσης κατανοητό από πλευράς σχολειου οτι “οι ανθρώπινες σχέσεις  είναι πιο σημαντικές για τη μαθητική πρόοδο από οποιαδήποτεάλλημέθοδο”.                                                                                                    

Με βασική αρχή την παραπάνω θέση και με τον σεβασμό της γλώσσας και του πολιτισμού των πολιτισμικά διαφορετικών μαθητών, με την ενθάρρυνση , την αξιοποίηση της προηγούμενης εμπειρίας, την αμφισβήτηση οτι τα χαρακτηριστικά αυτά είναι κατώτερης αξίας , την συνεργασία εκπαιδευτικού-μαθητή-γονιού και κυρίως με την εμπιστοσύνη οι μαθητές αυτοί μπορούν να οδηγηθούν στην επιτυχία και στην ομαλή ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία υποδοχή Ως κατακλείδα, όπως αναφέρει και ο Cummins, “ αν οι δάσκαλοι δεν μαθαίνουν πολλά πράγματα από τους μαθητές, τότε είναι πολύ πιθανό και οι μαθητές να μην μάθουν και πολλά πράγματα από αυτούς”.

1 Η δίγλωσση εκπαίδευση στα πλαίσια μιας διαπολιτισμικής αγωγής, Σκούρτου, 1997

2 Ταυτότητες υπό διαπραγμάτευση, Cummins, Jim, Gutenberg, 2003

This entry was posted in Γενικά and tagged , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *