Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Για τον Αριστοτέλη, η επιστημονική γνώση μπορεί να αποκτηθεί μόνο όταν έχουμε

γνώση των αιτίων ενός πράγματος. Τη γνώση αυτών των αιτίων τη λαμβάνουμε

μέσω μιας από τις σπουδαιότερες δημιουργίες του Αριστοτέλη, του συλλογισμού. Ο

συλλογισμός όμως βασίζεται σε προκείμενες προτάσεις οι οποίες με τη σειρά τους πρέπει

να έχουν κάποιο σταθερό θεμέλιο ώστε το εργαλείο του συλλογισμού να μην αποδειχτεί

ως μια εφαρμογή χωρίς καμία επιστημονική χρήση. Τίθεται το ερώτημα λοιπόν, που

θεμελιώνονται οι προκείμενες προτάσεις ενός συλλογισμού; «Σε αυτό το σημείο δεν

μένει παρά μόνο μια οδός την οποία ο Αριστοτέλης ακολουθεί με αποφασιστικότητα:

οι προκείμενες, δηλαδή οι αρχές και οι ορισμοί, παράγονται από την εμπειρία μέσω της

επαγωγής»1.

Θα ήταν λάθος όμως από τη μεριά μας να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την

αριστοτελική επαγωγή με σημερινούς όρους. Το κατά πόσο η επαγωγή που βρίσκουμε

στα κείμενα του Σταγειρίτη φιλόσοφου συμπίπτει ή αντιστοιχεί με την σύγχρονη έννοια

της επαγωγής είναι ένα θέμα το οποίο βρίσκετε ακόμα υπό συζήτηση. Στην σύγχρονη

μορφή του βλέπουμε ότι υπάρχει μια διαδικασία συμπερασμού από κάτι συγκεκριμένο

σε κάτι καθολικό, πράγμα που μας οδηγεί σε ερωτήματα για την εγκυρότητα της

συγκεκριμένης πράξης. Στον Αριστοτέλη όμως δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία. Ο τρόπος

με τον οποίο φτάνει ο τελευταίος σε κάτι καθολικό διαφέρει από μια διαδικασία

συμπερασμού. Είναι όμως επιτακτικό να κοιτάξουμε την έννοια της επαγωγής, έτσι

όπως βρίσκετε στα κείμενα του Αριστοτέλη (Αναλυτικά Πρότερα, Αναλυτικά Ύστερα) σε

μια ενοποιημένη μορφή. «Η δήλωση του ότι όλες μας οι πεποιθήσεις προέρχονται είτε

από συλλογισμό, ή από επαγωγή υποδεικνύει σθεναρά ότι πιστεύει ότι η επαγωγή είναι

κάτι μονοσήμαντο»2.

Η διαδικασία της επαγωγής εξελίσσεται ως εξής: μέσω μιας ενδελεχούς

παρατήρησης ενός συγκεκριμένου τομέα πραγμάτων, των καθ’ έκαστων, μπορούμε να

κάνουμε εμπειρικές γενικεύσεις οι οποίες θα ισχύουν για όλα τα φαινόμενα που

αντιστοιχούν σε αυτόν τον τομέα. Παραδείγματος χάριν, η ενδελεχής παρατήρηση του

λευκού χρώματος των κύκνων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλοι οι κύκνοι είναι

λευκού χρώματος. Εδώ όμως «τα καθ’ έκαστα αποτελούν και τα ίδια ένα είδος

καθολικής αλήθειας, έτσι ώστε αυτό το Σωκρατικό είδος επαγωγής ξεκινά από την

αναγνώριση κάποιων συγκεκριμένων καθολικών αληθειών και οδηγείται σε άλλες,

ακόμα πιο γενικές αλήθειες»3. Με αυτό τον τρόπο όμως μένει ανεξήγητο το πώς ακριβώς

φτάνουμε σε αυτές τις συγκεκριμένες καθολικές αλήθειες μέσω των οποίων μπορούμε να

κάνουμε τις καθολικές γενικεύσεις.

Η απάντηση που δίνει σε αυτό ερώτημα ο Αριστοτέλης βρίσκεται στα Αναλυτικά

Ύστερα. Εκεί δηλώνει ότι η αντίληψη ενός είδους πραγμάτων δημιουργεί ένα μνημονικό

ίχνος και η συσσώρευση πολλών τέτοιων ιχνών έχει ως αποτέλεσμα αυτό που ονομάζει

εμπειρία, εννοώντας ότι όλα τα καθόλου εγκαθίστανται στον νου (100a6-7). Καταφέρνει

έτσι ως ένα βαθμό να δείξει το πώς μπορούμε να φτάσουμε από τη γνώση αντικειμένων

ενός συγκεκριμένου είδους σε όλο και πιο γενικές ιδέες μέχρι τέλος στις μη αναλύσιμες

αρχές όπως η ουσία. Ένα άλλο ερώτημα όμως δημιουργείται, τι είναι αυτό το οποίο

μπορεί να γνωρίσει αυτές τις αρχές μέσω των οποίων μπορεί να γίνει η επαγωγική

διαδικασία; Η απάντηση είναι ο νους. Ο νους είναι μια «γενικευτική ιδιότητα ή

ικανότητα που είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι ένα καθ’ όλου σημείο, κάτι που είναι

και πηγαίνει πέρα από οτιδήποτε μπορεί να γίνει γνωστό μέσω της αισθητηριακής

αντίληψης, μπορεί να εμφανιστεί στο μυαλό»4. Έτσι κάποιος μπορεί με μια απλή

αισθητηριακή παρατήρηση, να οδηγηθεί στο να αποκτήσει απόλυτη επεξηγηματική

γνώση για το είδος των γεγονότων που έκανε τη παρατήρηση, αλλά μόνο μέσω της

ικανότητας, που ονομάζεται νους, να βρίσκει μια καθολική σύνδεση πραγμάτων.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η επαγωγή στον Αριστοτέλη δεν είναι μια καθαρή

διαδικασία συλλογισμού. Είναι περισσότερο μια μορφή άμεσης γνώσης η οποία

λειτουργεί με βάση την εμπειρία διαθέτοντας ένα χαρακτήρα μνήμης των καθολικών

εννοιών, που με τη σειρά της τίθεται σε λειτουργία λόγω της ανθρώπινης ιδιότητας του

νου. Είναι έτσι μια σαφής και με συγκεκριμένο σκοπό διαδικασία που δεν φτάνει ποτέ να

αναρωτηθεί για την βεβαιότητα των προτάσεων της.

1. Vegetti,Mario, Ιστορία Της Αρχαίας Φιλοσοφίας, εκδ. Τραύλος, 2000, σελ. 227

2. McKirahan, R, ‘Aristotelian Epagoge in Prior Analytics 2.21 and Posterior Analytics 1.1’, Journal Of The History Of Philosophy 21(1983), σελ. 2

3. Taylor, C.C.W., ‘Aristotle’s Epistemology’, in S Everson (ed.), Epistemology , Cambridge 1990 , σελ.126

4. Engberg-Pedersen,  T., ‘More On Aristotelian Epagoge’, Phronesis 24(1979),σελ. 308

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Ross, W. D., Aristotle, Routledge (1923), London, New York, 1995

– Vegetti, Mario, Ιστορία Της Αρχαίας Φιλοσοφίας, εκδ. Τραύλος, 2000

– Engberg-Pedersen, T., ‘More On Aristotelian Epagoge’, Phronesis 24(1979),

301-317

– McKirahan, R, ‘Aristotelian Epagoge in Prior Analytics 2.21 and Posterior

Analytics 1.1’, Journal Of The History Of Philosophy 21(1983), 1-13

– Taylor, C.C.W., ‘Aristotle’s Epistemology’, in S Everson (ed.), Epistemology ,

Cambridge 1990, 116-142

This entry was posted in Ανθρωπιστικές Επιστήμες, Ιστορία, Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *