Η απειθαρχία στο σχολείο

Η λέξη πειθαρχία εμφανίζεται στα έργα της αρχαίας φιλοσοφίας και δραματουργίας και αφορά την ευπείθεια και την υποταγή σε νόμους και διαταγές (Σολομών Ι., Κουζέλης Γ. 1994, σελ:7). Προέρχεται απ’ το αρχαίο ρήμα πείθομαι και το ουσιαστικό ’αρχή. Η πειθαρχία, σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, είναι η υπακοή και υποταγή με αρχές και ισχύοντες κανόνες (Μπαμπινιώτης Γ., 1998, σελ:1377).

Κάθε ομάδα για να λειτουργήσει χρειάζεται, αρχικά, κανόνες και στη συνέχεια οι συμμετέχοντες σε αυτή, να τους ακολουθούν. Σε μια ομάδα παιδιών που παίζουν κρυφτό, σε μια κοινότητα ή σε μια ολόκληρη χώρα, υπάρχουν αρχές και αξίες. Κάθε μέλος οφείλει να παραγκωνίζει τον εγωισμό του και να υπακούει στους κανόνες, για το κοινό καλό.

Το σχολείο είναι, μετά την οικογένεια, μια σημαντική κοινωνική ομάδα, στο πλαίσιο της οποίας τα παιδιά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, μαθαίνουν, κοινωνικοποιούνται, επικοινωνούν. Το σχολείο είναι πυλώνας της πειθαρχίας και της δράσης σύμφωνα με τους κανόνες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που στα Νέα Ελληνικά αποκαλούμε «τάξη» τη σχολική αίθουσα και τη σχολική βαθμίδα (Ματσαγγούρας Η., 1988, σελ:153). Κατά τη διάρκεια των διδακτικών ωρών, των διαλλειμάτων, της εκδρομής και όλων των σχολικών δραστηριοτήτων, τα παιδιά καλούνται να λειτουργήσουν ομαδικά και πειθαρχημένα, ώστε όλοι να μπορέσουν να κατανοήσουν το μάθημα που διδάσκεται, να παίξουν ελεύθερα στο διάλλειμα, να περάσουν καλά σε έναν περίπατο. Όμως η απειθαρχία είναι ένα φαινόμενο που αποδεικνύει πως η κατάκτηση της τάξης, για την ομαλή συμβίωση και εξέλιξη μιας ομάδας, δεν είναι ένας εύκολος στόχος.

Η ψυχολογία και συγκεκριμένα ο τομέας της Παιδοψυχολογίας, έχει αποδείξει ότι η απειθαρχία των μαθητών, οφείλεται, είτε στη μικρή ηλικία και την ανήσυχη φύση του παιδιού, ή στη διαταραχή της προσωπικότητάς του (Χαραλαμπόπουλος Ι., 1980, σελ:245-246). Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι περιπτώσεις των παιδιών που δεν συμμορφώνονται στις συστάσεις του ενήλικου, για βασικά ζητήματα της καθημερινότητας, όπως η λάθος στάση του παιδιού στην καρέκλα του θρανίου, ή η απουσία οργάνωσης των τετραδίων και των βιβλίων του, ή η κακή συνήθεια να ανεβαίνει στα δέντρα χωρίς να υπολογίζει τον κίνδυνο να πέσει και να χτυπήσει (Χαραλαμπόπουλος Ι., 1980, σελ:245). Όλα αυτά τα φαινόμενα απείθαρχης συμπεριφοράς, δικαιολογούνται από το νεαρό της ηλικίας και από την ενέργεια του παιδιού, την οποία η ενήλικες μοιάζουν να μην κατανοούν.

Στη δεύτερη κατηγορία, εντάσσονται περιπτώσεις μαθησιακών δυσκολιών ή συναισθηματικής φόρτισης. Για παράδειγμα, αν ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες, αδυνατεί να κατανοήσει το μάθημα, είναι πιθανό να κάνει αταξίες, να μιλά στην τάξη και να διακόπτει το μάθημα, καθώς δεν μπορεί να το παρακολουθήσει. Ακόμη, ένα παιδί του οποίου η οικογένεια χαρακτηρίζεται από δυσχέρειες, έλλειψη επικοινωνίας και απομόνωση, είναι πιθανό να εκδηλώσει απείθαρχη συμπεριφορά στα σχολικά πλαίσια (Χαραλαμπόπουλος Ι., 1980, σελ:247).

Από τις αιτίες της μη επίτευξης της πειθαρχίας, στο σχολικό πλαίσιο, δεν θα πρέπει να αποσιωπάται και η επιρροή του δασκάλου. Ένας εκπαιδευτικός ο οποίος δεν προετοιμάζεται επαρκώς για το επόμενο μάθημα, δεν αφουγκράζεται τα ενδιαφέροντα των παιδιών, ακολουθεί μονότονες, για τους μαθητές, μεθόδους εξάσκησης στη διδαχθείσα ύλη, δεν είναι συνοδοιπόρος τους, ή είναι αδικαιολόγητα αυστηρός, δεν αποτελεί πρόσωπο σεβασμού, αλλά πρόκληση μη πειθαρχημένης συμπεριφοράς (Χαραλαμπόπουλος Ι., 1980, σελ:244-245).

Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, ούτε ο δάσκαλος, ούτε οι μαθητές είναι οι κύριες πηγές αιτιών απειθαρχίας. Εξωτερικοί παράγοντες παίζουν αδιαμφισβήτητο και καθοριστικότατο ρόλο: το δυσμενές περιβάλλον, το δύσκολο σχολικό πρόγραμμα, ο ακατάλληλος φωτισμός ή εξαερισμός της αίθουσας, η διάταξη των θρανίων ή ο καιρός μπορούν να προκαλέσουν αναστάτωση και απουσία συγκέντρωσης.

Συμπερασματικά, η κύρια αιτία της απειθαρχίας στο σχολείο, είναι οι αντικρουόμενες δυνάμεις που απαρτίζουν τη σύνθετη σχολική καθημερινότητα.

Βιβλιογραφία

  • Ματσαγγούρας      Η., Οργάνωση και Διεύθυνση της Σχολικής Τάξης, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα      1988.
  • Μπαμπινιώτης      Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998.
  • Σολομών      Ι., Κουζέλης Γ., (επιμ.),  Πειθαρχία      και Γνώση, τοπικά α’, Εταιρία Μελέτης των Επιστημών του Ανθρώπου, Αθήνα      1994.
  • Χαραλαμπόπουλος Ι., Γενική Παιδαγωγική, Αθήνα 1980
This entry was posted in Εκπαίδευση and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *