Αμυντικές δαπάνες: Αρωγός ή τροχοπέδη οικονομικής μεγέθυνσης;

Οι συρράξεις και οι πολεμικές συγκρούσεις είναι σαν τους νόμους της φύσης, ένα αναπόσπαστο μέρος της ανθρωπότητας. Από αμνημονεύτων χρόνων μαρτυρούνται στον κόσμο μάχες και πόλεμοι, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς και η ζήτηση για πολεμικό εξοπλισμό να αποτελούν ένα ουσιαστικό αντικείμενο των εθνικών πολιτικών. Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που έχουν κεντρίσει την προσοχή τόσο των ακαδημαϊκών όσο και των νομοθετούντων τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η επίδραση που ασκούν οι αμυντικές δαπάνες στην οικονομική μεγέθυνση. Ορισμένοι θεωρούν τις αμυντικές δαπάνες σαν εγγυητή της ειρήνης και της ασφάλειας, ενώ κάποιοι άλλοι, τις αντιμετωπίζουν σαν μία δαπανηρή επιχείρηση που πιθανώς οδηγεί σε ανταγωνισμό προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού ή και σε άμεσες πολεμικές συγκρούσεις. Ωστόσο, τα εμπειρικά στοιχεία που τάσσονται υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ισχυρά.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο Lim (1983), για ένα σύνολο 54 χωρών έδειξε, αρνητικές επιδράσεις στη σχέση αμυντικών δαπανών και οικονομικής μεγέθυνσης. Όταν διαφοροποίησε όμως, τη μελέτη του ως προς τις 54 χώρες, κατηγοριοποιώντας τες σε ομάδες, βάσει της γεωγραφικής τους θέσης, συγκεκριμένα σε 21 χώρες της Αμερικανικής Ηπείρου, 13 χώρες του Δυτικού Ημισφαιρίου, 11 Ασιατικές, 9 χώρες της Νότιας Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, οι εκτιμήσεις του δεν παρέμειναν ίδιες. Για τις δύο πρώτες ομάδες, οι αμυντικές δαπάνες συνέχιζαν να έχουν αρνητική επίδραση στην οικονομική μεγέθυνση, ενώ αντιθέτως για τις χώρες της Ασίας, της Νότιας Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, οι συσχετίσεις ανάμεσα στις δύο μεταβλητές εμφανίστηκαν με θετικό πρόσημο.

Επίσης, οι Biswas και Ram (1986), στις εκτιμήσεις τους με δεδομένα για 58 αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων 17 χαμηλού και 41 μέσου εισοδήματος, κατά τις χρονικές περιόδους 1960-1970 και 1970-1977, βρήκαν πως στις χώρες μέσου εισοδήματος οι αμυντικές δαπάνες είχαν θετική επίδραση, ενώ αντιθέτως στις χώρες χαμηλού εισοδήματος αρνητική. Σε μεταγενέστερη δε έρευνα, ο Ram (1986), κατέδειξε αντιστροφή της παραπάνω σχέσης, οι αμυντικές δαπάνες δηλαδή, στις χώρες χαμηλού εισοδήματος είχαν θετικό αντίκτυπο στην οικονομική μεγέθυνση και αρνητικό στις χώρες μέσου εισοδήματος. Από το γεγονός αυτό και μόνο αντιλαμβάνεται κανείς πόσο εύκολα μπορούν να μεταβληθούν τα συμπεράσματα μίας έρευνας.

Διαπιστώθηκε πως οι επιδράσεις των αμυντικών δαπανών στην οικονομική επίδοση ενός κράτους, διαφέρουν από χώρα σε χώρα αλλά ακόμη και στην ίδια την χώρα από περίοδο σε περίοδο και από συγκυρία σε συγκυρία. Μία πληθώρα παραγόντων είναι αυτή που καθορίζει το αποτέλεσμα των επιδράσεων, μεταξύ των οποίων το αν η χώρα ανήκει στις αναπτυσσόμενες ή τις ανεπτυγμένες, αν είναι δημοκρατική ή έχει μιλιταριστικό καθεστώς καθώς και αν εισάγεται ή παράγεται, μέρος ή το σύνολο των προϊόντων που αντιστοιχούν στις αμυντικές της δαπάνες.

Αναφορές

Biswas, B. and Ram, R. (1986), Military Expenditures and Economic Growth in Less

Developed Countries: An Augmented Model and Further Evidence, Economic Development and Cultural Change, 34(2), 361-372.

Lim, D. (1983), Another look at growth and defense in less developed countries, Economic Development and Cultural Change, 31(2), 377-384.

Ram, R. (1986), Government Size and Economic Growth: A New Framework and Some Evidence from Cross-Section and Time Series, American Economic Review 76(1), 191-203.

This entry was posted in Οικονομικά and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *