Εφαρμογή της Θεωρίας Προσχεδιασμένης Συμπεριφοράς σε πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου μέσω της μαστογραφίας

Ο καρκίνος του μαστού έχει την μεγαλύτερη επίδραση από όλες τις άλλες μορφές καρκίνου στις γυναίκες. Είναι ο δεύτερος σε σειρά καρκίνος στις γυναίκες των ΗΠΑ (Jemal et al., 2008), και ευθύνεται για το 17,5% των θανάτων από καρκίνο στην Ευρώπη (Ferley et al., 2007). Ο προληπτικός έλεγχος της μαστογραφίας αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για την πρόωρη διάγνωσή του, καθώς σχετίζεται με ελαττωμένα επίπεδα θνησιμότητας (Elmore et al., 2005). Η Αμερικάνικη Εταιρία Καρκίνου συνιστά ετήσια μαστογραφία για όλες τις γυναίκες άνω των 40 ετών (Smith et al., 2009), ενώ ο Ευρωπαϊκός Κώδικας κατά του Καρκίνου συνιστά τη διενέργεια μαστογραφίας κάθε 2 χρόνια μεταξύ 50-69 ετών (Boyle et al., 2003). Εντούτοις, υπάρχει μια γενική συναίνεση σχετικά με τις αποκλίσεις μεταξύ της συνιστώμενης και της αληθής χρήσης της μαστογραφίας για τις γυναίκες 40 ετών και άνω (Special Eurobarometer, 2003). Οι καταγεγραμμένοι δείκτες μαστογραφίας θεωρούνται αρκετά χαμηλοί, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, όπου μόνο 3 στις 10 γυναίκες (31%), ανέφεραν ότι έκαναν μαστογραφία μέσα στο έτος (Special Eurobarometer, 2003), σε σύγκριση με τις ΗΠΑ όπου καταγράφεται ένα ποσοστό 61,2% (6 στις 10) (American Cancer Society, 2009). Επομένως, ο προσδιορισμός των παραγόντων που επηρεάζουν την απόφαση μιας γυναίκας να κάνει μαστογραφία, μέσα από την χρήση θεωριών συμπεριφοράς υγείας, και κυρίως της Θεωρίας Προσχεδιασμένης Συμπεριφοράς, θεωρείται κρίσιμη για τον σχεδιασμό προγραμμάτων προληπτικής μαστογραφίας και την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του στήθους.

Η Θεωρία της Προσχεδιασμένης Συμπεριφοράς (ΘΠΣ) (Theory of Planned Behavior) προτάθηκε από τον Ajzen (1985) και αποτελεί μια από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες θεωρίες για την πρόβλεψη μιας συμπεριφοράς. Αποσκοπεί στην κατανόηση των γνωστικών διεργασιών που οδηγούν στην πρόθεση (intention) ενός ατόμου για την υιοθέτηση ή αποφυγή μιας συμπεριφοράς (Chatzisarantis & Biddle, 1998). Η πρόθεση αναφέρεται στον σκοπό και την θέληση ενός ατόμου να εκτελέσει ή να αποφύγει μια συμπεριφορά, ενώ η συμπεριφορά αποτελεί την μετρήσιμη αντίδραση, σε συγκεκριμένες συνθήκες, για την επίτευξη κάποιου στόχου (Conner & Sparks, 1995).

This entry was posted in Υγεία and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *