Ποιητικός Λόγος

Κατά τα χρόνια της ελληνιστικής περιόδου, ο κυριότερος όγκος παραγωγής λόγου,
εκφράστηκε μέσα από την ποίηση, ενώ ο πεζός λόγος χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την
καταγραφή επιστημονικών κειμένων. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της περιόδου, ήταν ο
Καλλίμαχος, ο Θεόκριτος και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, αλλά και πολλοί άλλοι λόγιοι, που
εργάζονταν κυρίως σε βιβλιοθήκες, όπως το περίφηµο Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Τα
γραπτά τους δεν είναι εύκολο να διαβαστούν και να ερμηνευθούν, λόγω των πολλών
διακειµενικών αναφορών και των πραγµατολογικών και γλωσσικών ιδιομορφών. Ο
ιστοριογράφος Πολύβιος, ήταν από τους ελάχιστους που συνέγραψε σε πεζό λόγο. Επίσης,
παρατηρήθηκε άνθηση στα µαθηµατικά, στην αστρονοµία και τη µηχανική, τη βοτανική και
την ιατρική (Clauss J.J, 2010, σσ 101-105).
Ο ποιητικός λόγος, λοιπόν, αποτέλεσε το κύριο τρόπο έκφρασης κατά την
ελληνιστική περίοδο και γι’ αυτό η λογοτεχνία της εποχής, συχνά ταυτίζεται με την ποίηση.
Τα παραδοσιακά ποιητικά είδη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, όπως το έπος, η λυρική
και η δραµατική ποίηση, ανασυντίθενται και δημιουργούνται νέες ποιητικές μορφές, όπως
επύλλιο, αιτιολογικό έπος, ειδύλλιο, µιµίαµβος, αλλά και νέα κωµωδία, ελληνιστικό έπος,
λογοτεχνικό επίγραµµα (Παπαγγελής Θ.Δ, 1994, σ. 10).
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσουμε τα ποιήματα
που ανήκουν στην ελληνιστική περίοδο. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, στο γεγονός ότι οι
ποιητές των ελληνιστικών χρόνων, είναι λόγιοι, είναι φιλόλογοι. Επιπλέον, το κέντρο βάρους
της λογοτεχνικής έκφρασης μετατοπίζεται. Πλέον οι ποιητές δεν ασχολούνται με τα
κοινωνικά και τα ανθρωπολογικά προβλήματα των πολιτών, παρουσιάζοντάς τα μέσα από
διαλόγους και καταγραφή γεγονότων, αλλά μέσα από μονολόγους, όπου διερωτόνται για τα
μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα της ζωής. Με αυτό τον τρόπο, παράγονται κείμενα γεμάτα
µιµήσεις, επιδράσεις και παραλλαγές, από άλλα παλαιότερα ή και σύγχρονα έργα. Ο ποιητής
των ελληνιστικών χρόνων, δεν απευθύνεται στο κοινό έχοντας µια ηθικοπαιδαγωγική
αποστολή, αλλά απλά επιδιώκει την τέρψη του ακροατηρίου, όπως ακριβώς συμβαίνει και με
το λογοτεχνικό ανάγνωσμα. Τέτοιου είδους λογοτεχνικά έργα, όμως, δεν είναι δυνατόν να
έχουν μεγάλο εύρος µεγάλου ακροατηρίου (Bulloch A.W, 1990, σσ 42-46).
Παρ’ όλα αυτά, η κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε σε αυτά τα έργα, έρχεται
αντιμέτωπη με αρκετές δυσκολίες, αφού μεγάλο μέρος των ποιημάτων της ελληνιστικής
περιόδου, έχει χαθεί. Έτσι, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν τα μορφολογικά και ποιητικά
στοιχεία, κινούνται στο ίδιο μοτίβο στο σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής. Παράλληλα,
εμφανίζεται μειωμένη η πρωτοτυπία των ποιημάτων των ελληνιστικών χρόνων, αφού σχεδόν
όλη η ποιητική δημιουργία της εποχής, εκτός από το είδος της δραματικής ποίησης, έχει

απολεσθεί. Πρόδρομοι αυτής της γενιάς ποιητών, αποτελούν ο Αντίµαχος του Κολοφώνιου
(γύρω στο 400 π.Χ.) και ο Φιλητάς από την Κω (4ος-3ος αι. π.Χ.) (Bulloch A.W, 1990, σ
106).
Συμπερασματικά, οι λογοτέχνες των ελληνιστικών χρόνων, εμφανίζονται μετά από
μια εποχή κορύφωσης, τόσο για την ποίηση όσο και για την πεζογραφία. Το παρελθόν, τους
επηρεάζει αρνητικά καθώς, δεν υπάρχει περιθώριο για πρωτοτυπία, με αποτέλεσμα να
υπάρχει ένα πλήθος μιμήσεων. Ανάμεσά τους, όμως, υπάρχουν ισχυρές ποιητικές
προσωπικότητες, που αφοµοιώνουν την παράδοση και προχωρούν προς την αντιπαράθεση,
την αναθεώρηση, τον νεωτερισµό. .

Posted in Φιλολογία | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Ορισμός μεσογειακής διατροφής
Ο όρος μεσογειακή διατροφή (Mediterranean Diet) δόθηκε από τον Ancel Benjamin
Keys περιγράφοντας έναν τρόπο διατροφής που ακολουθήθηκε από λαούς της
Μεσογείου (Simopoulos 1991). Στο πρότυπο της μεσογειακής διατροφής έχει οριστεί
με σαφήνεια το τι ακριβώς θεωρείται υγιεινό συμπεριλαμβάνοντας αυξημένες
ποσότητες φυτικών ινών, δημητριακών, φρούτων και λαχανικών, ελάχιστο
επεξεργασμένο και κόκκινο κρέας και βασική πηγή λιπαρών το ελαιόλαδο (Mantzoros
2009). Η μεσογειακή διατροφή εστιάζει στην πρόσληψη διαιτητικού λίπους μέσω
ελαιολάδου και συνολικά συμβάλλει στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων,
υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, παχυσαρκία κ.ά. Στα βασικά συστατικά στοιχεία που
συνθέτουν τη μεσογειακή διατροφή περιλαμβάνονται οι φυτικές ίνες, τα όσπρια, τα
φρούτα και τα λαχανικά. Στη μεσογειακή διατροφή, η συνολική ενεργειακή πρόσληψη
λιπιδίων κυμαίνεται μεταξύ 30 – 40% ανάλογα με τις διατροφικές ανάγκες (Davis et
al. 2015; Assmann et al. 1997).
Στους ορισμούς που έχουν αποδοθεί στη μεσογειακή διατροφή εντοπίζονται κάποια
κοινά σημεία. Οι ορισμοί συγκλίνουν σε κατευθυντήριες γραμμές που εστιάζουν σε
υψηλή πρόσληψη έξτρα παρθένου ελαιολάδου, λαχανικών, συμπεριλαμβανομένων
των φυλλωδών πράσινων λαχανικών, φρούτων, δημητριακών, ξηρών καρπών και
οσπρίων, μέτρια πρόσληψη ψαριών και κρέατος, και χαμηλή πρόσληψη
γαλακτοκομικών προϊόντων και γλυκών. Μερικοί ορισμοί ορίζουν ότι τα δημητριακά
θα πρέπει να είναι ως επί το πλείστον ολικής άλεσης. Οι ορισμοί των Willett et al.
(1995), των Panagiotakos et al. et al. (2006) και Dilis et al. (2007) πρόσθεσαν στοιχεία
όπως η προσθήκη ελαιολάδου στα λαχανικά και τα όσπρια ώστε για να γίνουν
εύγευστα, τα φρούτα να καταναλώνονται ως σνακ ή αντί γλυκού, τα τυριά να
συνοδεύουν σαλάτες και το κόκκινο κρέας να τρώγεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.
Η Trichopoulou et al. (2014) ορίζουν την παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή από
υψηλή κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και ξηρών καρπών, οσπρίων και
ακατέργαστων δημητριακών, χαμηλή κατανάλωση κρέατος και προϊόντων κρέατος και
χαμηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων ενώ η κατανάλωση αλκοόλ γίνεται
γενικά με μέτρο και εστιάζοντας κυρίως στο κρασί.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, προχωρώντας η μελέτη της
μεσογειακής δίαιτας οδήγησε σε μεταβολές και στον ορισμό που αρχικά αποδόθηκε
από τον Keys. Στον ορισμό της μεσογειακής διατροφής έχουν εισέλθει στοιχεία όπως
διατροφικές πυραμίδες, a priori συστήματα βαθμολόγησης, περιεκτικότητες τροφίμων
κλπ. (Kafatos et al. 2000). Τα συστήματα βαθμολόγησης για την προσκόλληση στο
μεσογειακό πρότυπο διατροφής τις τελευταίες δεκαετίες τυγχάνουν όλο και
μεγαλύτερης αναγνώρισης. Για τον προσδιορισμό του βαθμού υιοθέτησης της
μεσογειακής διατροφής η διαιτητική πρόσληψη χωρίζεται σε επιλεγμένες ομάδες
τροφίμων που σχετίζονται με αποτελέσματα στην υγεία με τον ορισμό συγκεκριμένης
βαθμολόγησης (Sofi et al. 2014).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Davis A, Naghavi M, Wang H, Lozano R, Liang X, Zhou M, Vollset S, Ozgoren
A, Abdalla S, Abd – Allah F, Aziz M, Global, regional, and national age – sex
specific all -cause and cause – specific mortality for 240 causes of death, 1990-
2013: A systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2013.
Lancet 2015, 385(1):117–171.
2. Dilis V, Vasilopoulou E, Trichopoulou A, The flavone, flavonol and flavan -3
– ol content of the greek traditional diet. Food Chem. 2007, 105(1):812–821.
3. Kafatos A, Verhagen H, Moschandreas J, Apostolaki I, Van Westerop J,
Mediterranean diet of Crete: Foods and nutrient content. J. Am. Diet. Assoc.
2000, 100(12):1487–1493.
4. Mantzoros C, Nutrition and metabolism: underlying mechanisms and clinical
consequences. New York: Humana Press, 2009.
5. Panagiotakos D, Pitsavos C, Stefanadis C, Dietary patterns: a Mediterranean
diet score and its relation to clinical and biological markers of cardiovascular
disease risk. Nutr. Metab. Cardiovasc. Dis. 2006, 16(8):559–568.
6. Simopoulos A, The mediterranean diets in health and disease. American Journal
of Clinical Nutrition 1991, 54(4):771.
7. Sofi F, Macchi C, Abbate R, Gensini G, Casini A, Mediterranean diet and health
status: An updated meta – analysis and a proposal for a literature-based
adherence score. Public Health Nutr. 2014, 17(12):2769–2782.
8. Trichopoulou A, Martínez – González M, Tong T, Forouhi N, Khandelwal S,
Prabhakaran D, Mozaffarian D, De Lorgeril M, Definitions and potential health
benefits of the Mediterranean diet: views from experts around the world. BMC
Med. 2014, 12(1):112.
9. Willett W, Sacks F, Trichopoulou A, Drescher G, Ferro – Luzzi A, Helsing E,
Trichopoulos D, Mediterranean diet pyramid: A cultural model for healthy
eating. Am. J. Clin. Nutr. 1995, 61(16):1402–1406.

Posted in Διατροφολογία | Tagged , , , , , , , , , | Leave a comment

Οι αρχές που χρησιμοποιεί το πρόγραμμα STAR για τον περιορισμό των μη λειτουργικών συμπεριφορών;

Πρωταρχικός σκοπός του προγράμματος διαχείρισης συμπεριφοράς STAR είναι η πλαισίωση και εντέλει περιθωριοποίηση των μη λειτουργικών ή επικίνδυνων συμπεριφορών (μ.α. αυτοτραυματισμοί, στερεοτυπικές συμπεριφορές). Επιπλέον, αποσκοπεί και στην απόκτηση επιδιωκόμενων συμπεριφορών θετικού χαρακτήρα (μ.α.
ομαδικό παιχνίδι). Θεμελιώδης αρχή του προγράμματος αποτελεί η πεποίθηση, ότι η αναδυόμενη προβληματική συμπεριφορά αποτελεί μία δράση με συγκεκριμένο σκοπό και αποσκοπεί κυρίως στην εκπλήρωση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Υπό αυτή τη βάση επιχειρείται αναδιαμόρφωση κάποιου από τα συστατικά αυτής της δράσης, έτσι ώστε να υπάρξει αναχαίτηση της και τελικώς προώθηση εναλλακτικών συμπεριφορών για την επίτευξη το ίδιου σκοπού (του σκοπού δηλαδή που επιδίωκε το παιδί προηγουμένως με την εσφαλμένη συμπεριφορά). Το πρόγραμμα προωθεί την καταγραφή και ερμηνεία της υπάρχουσας προβληματικής συμπεριφοράς, οι οποίες συντελούν στον καθορισμό του σκοπού και στο σχεδιασμό της χορηγούμενης παρέμβασης (Cohen κ. συν., 2000). Υπό αυτή τη λογική τα στάδια-αρχές του προγράμματος STAR (που συντείνουν στην κατασκευή του ακρωνύμιού του) είναι τα ακόλουθα: Settings (Πλαίσιο), Triggers (Ερεθίσματα), Action (Δράση) και Results (Αποτελέσματα).

 Action (Δράση): Μπορεί τα στάδια του Πλαισίου και των Ερεθισμάτων να προηγούνται χρονικά, ωστόσο πρωταρχικό μέλημα είναι η πλαισίωση και ο καθορισμός της Δράσης προς τροποποίηση. Ο καθορισμός της δράσης αποτελεί ουσιαστικά και το πιο δύσκολο βήμα του θεραπευτή. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει η συνήθεια να συσχετίζουμε την πράξη με τα αίτια που εμείς της αποδίδουμε. Αυτό επιφέρει αυτομάτως αποπροσανατολισμό αλλά οδηγεί και σε μία ανάλυση με προαποφασισμένα
αποτελέσματα. Σε περίπτωση δηλαδή που το παιδί αρνείται να προβεί σε εκτέλεση εντολών, τότε καθορίζουμε τη Δράση ως «αρνείται να συνεργαστεί/ επιδιώκει να με τσαντίσει», κάτι το οποίο σημαίνει ότι έχουμε προαποφασίσει τα πάντα και δεν μπορούμε να προβούμε εύκολα σε παρέμβαση για τροποποίηση της προβληματικής συμπεριφοράς). Αντιθέτως η περιγραφή της Δράσης οφείλει να πλαισιώνει με ακρίβεια μόνο τα γεγονότα (και όχι τη δικιά μας ξεχωριστή ερμηνεία), έτσι ώστε να επιτευχθεί ορθή αξιολόγηση και τροποποίηση της συμπεριφοράς. Αυτό απαιτεί από το θεραπευτή ειδική εξάσκηση ειδικά αν πρόκειται για ανάλυση παρόμοιων ή φαινομενικά ανόμοιων συμπεριφορών (Bruce,
Thernlund και Nettelbladt, 2006).
 Settings: Μία δράση (ανεπιθύμητη συμπεριφορά) εμφανίζεται πάντα κάτω από ορισμένα πλαίσια, τα οποία μπορεί να είναι είτε περιβαλλοντολογικά είτε προσωπικά. Στα πρώτα ανήκουν το φυσικό περιβάλλον (μ.α. σπίτι, σχολείο, παιδική χαρά), οι κοινωνικές διεπιδράσεις μέσα σε αυτό και οι δραστηριότητες στις οποίες συμμετέχει το παιδί. Τα προσωπικά πλαίσια αφορούν στη φυσική-ψυχολογική κατάσταση του παιδιού (μ.α. αγχωμένο, νευριασμένο, πεινασμένο) και τις σκέψεις-προθέσεις του παιδιού. Τα πλαίσια
αποτελούν στοιχείο συμπεριφοράς αρκετά εύκολο προς τροποποίηση (βλ. στο ίδιο).
 Triggers: Η εμφάνιση μιας Δράσης εξαρτάται πολλές φορές και από τα αναδυόμενα ερεθίσματα. Επί της ουσίας πρόκειται για τα σήματα που εμφανίζονται σε μια κατάσταση πριν την προσέλκυση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς. Τα ερεθίσματα ποικίλουν και σηματοδοτούν μεταξύ άλλων τη διαθεσιμότητα ενός επιθυμητού/ανεπιθύμητου αντικειμένου, την έναρξη μιας ανεπιθύμητης ρουτίνας ή την αναστάτωση του. Τα ερεθίσματα μερικές φορές δε δύνανται προς περιορισμό (μ.α. οι έντονες φωνές ή κορνάρισμα έξω από το σπίτι), αλλά αποτελούν έναν εφικτό στόχο παρέμβασης (βλ. στο ίδιο).
 Results: Τα αποτελέσματα είναι τα γεγονότα που επακολουθούν των δράσεων και πληροφορούν τα παιδιά για την καταλληλόλητα της συγκεκριμένης δράσης. Τα αποτελέσματα αυτά είναι δυνατόν να ενισχύσουν ή να κινητροδοτήσουν την αποφυγή παρόμοιων μελλοντικών συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα επομένως μπορεί να δρα άλλοτε ως θετικός ενισχυτής (μ.α. επιβράβευση μετά από ολοκλήρωση εργασίας) και άλλοτε
ως αρνητικός ενισχυτής (μ.α. έλλειψη βλεμματικής επαφής από μεριάς θεραπευτή μετά από ανάρμοστη συμπεριφορά του παιδιού). Επιπλέον, τα αποτελέσματα είναι κοινωνικά (μ.α. προσοχή, παρηγοριά, συμμετοχή σε επιθυμητή δραστηριότητα), αισθητηριακά (μ.α. βίωση ή αποφυγή αίσθησης) ή υλικά (μ.α. προσφορά αντικειμένου) (βλ. στο ίδιο).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bruce, B., Thernlund, G., & Nettelbladt, U., 2006. ADHD and language impairment. European child & adolescent psychiatry, 15(1), σελ. 52-60.
Cohen, N. J., Vallance, D. D., Barwick, M., Im, N., Menna, R., Horodezky, N. B., & Isaacson, L., 2000. The Interface between ADHD and laguage impairment: An examination of language, achievement, and cognitive processing. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 41(3), σελ. 353-362.

Posted in Λογοθεραπεία | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

Ιστορική εξέλιξη μηχανών εσωτερικής καύσης

Ως μηχανές εσωτερικής καύσης ορίζονται  οι μηχανές που ως μέσο για την παραγωγή έργου (εργαζόμενο μέσο) χρησιμοποιούν τον αέρα και κατά κάποιο τρόπο το ίδιο το καύσιμο, δηλαδή καυσαέρια π.χ εμβολοφόρος κινητήρας αυτοκινήτου, αεροστρόβιλος αεροπλάνου.

Κατά τον 17ο αιώνα κάνουν την εμφάνιση τους οι ατμομηχανές ως πρόδρομος των σημερινών ΜΕΚ οι οποίες ουσιαστικά εμφανίζονται στις αρχές του 19ου αιώνα λόγω πιεστικής ανάγκης για απλούστερους, ισχυρότερους και αποδοτικότερους κινητήρες. Το 1876 ο Ν.Α. Otto κατασκεύασε έπειτα από πειράματα το πρώτο βενζινοκινητήρα του οποίου οι αρχές λειτουργίας χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα. Το 1892 από τον Γερμανό μηχανικό Rudolph Diesel επιτεύχθηκε η μαζική παραγωγή κινητήρων συμπίεσης-ανάφλεξης στους οποίους η εκτόνωση των αερίων μπορούσε να απελευθερώσει μεγάλη ποσότητα ενέργειας, αρχικά λειτουργούσαν με κονιορτοποιημένο γαιάνθρακα ως καύσιμο μέχρι το 1894 που πέτυχε η λειτουργία τους με καύσιμο πετρέλαιο ως οικονομικότερο  και αποδοτικότερο.

Η μηχανή Diesel υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη της ναυτιλίας όπου το 1910 έχουμε την πρώτη εγκατάσταση αυτού του τύπου κινητήρα σε εμπορικό πλοίο, λόγω του μεγάλου όγκου των μηχανών αυτών οι κατασκευαστές με την πάροδο του χρόνου κατάφεραν να μειώσουν τις διαστάσεις βελτιώνοντας όμως την απόδοση τους όπου το 1927 έχουμε την πρώτη εφαρμογή υπερπλήρωσης σε ναυτική μηχανή απο  την ΜΑΝ και το 1950 η χρήση βαρέος πετρελαίου μαζί με κατάλληλα λιπαντικά.

Η ραγδαία εξέλιξη των ναυτικών μηχανών έστρεψε το ενδιαφέρον της στην κατασκευή αργόστροφων μηχανών όπου χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα με την χρήση βαρέος τύπου πετρελαίου ή πετρελαίου χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο.

Posted in Μηχανική, Ναυτιλία | Tagged , , | Leave a comment

Tατουάζ

Η δερματοστιξία (ή κοινώς τατουάζ) εντοπίζεται ως ένα κοινωνικό φαινόμενο, πριν από πολλά χιλιάδες χρόνια, σε διάφορες φυλές και θρησκευτικές τελετουργίες. Συνεπώς, μέσα από το πέρας αυτών των ετών, το τατουάζ φαίνεται να έχει μία άρρηκτη σύνδεση με τη συλλογική ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό ως σύμβολο αυτονομίας, ανεξαρτησίας και αντίστασης όπως και κοινωνικού ελέγχου. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιλογή του οργάνου του σώματος, όπου και φιλοξενείται το τατουάζ, δηλαδή το δέρμα. Το δέρμα είναι ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος, το οποίο γίνεται άμεσα αντιληπτό από το σύνολο της κοινωνίας, διασφαλίζοντας τη μοναδικότητα του εκάστοτε ατόμου. Ακόμη, το τατουάζ γίνεται αντιληπτό ως ένα μέσο αναπαράστασης της ανάγκης για αντίσταση των ατόμων στις διάφορες κοινωνικές επιβολές, καθώς και στον ολοένα και αυξανόμενο έλεγχο της κοινωνίας. Μάλιστα, το τατουάζ έχει υπάρξει και τρόπος αναπαράστασης της εξουσίας και της κτήσης πριν από χιλιάδες χρόνια (Turner, 1982).

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το τατουάζ αποτελεί ένα μέσο ενδυνάμωσης των ατόμων, καθώς συμβολίζει τον έλεγχο, ο οποίος φέρει, με τη σειρά του, μία θετική χροιά στην τωρινή πραγματικότητα, όπου γίνεται αντιληπτό ότι πολλές καταστάσεις και αρκετά γεγονότα είναι, πράγματι, εκτός του προσωπικού ελέγχου των ατόμων. Εκτός αυτού, τα διάφορα σχέδια που «χτυπούν» τα άτομα πάνω στο δέρμα τους, μπορεί να συμβολίζουν πτυχές του εαυτού που είναι αρκετά δύσκολο να εξωτερικευτούν και να εκδηλωθούν στα μέλη ή και στην ίδια την κοινωνία (Rosenblatt, 1997). Τέλος, θεωρητικοί αναφέρουν ότι για ορισμένα άτομα, η δερματοστιξία αποτελεί έναν τρόπο δήλωσης κατοχής του σώματός τους, αναβιώνοντας έτσι μία διαδικασία επαναδιεκδίκησης του σώματος (Schwarz, 2006).

Εντούτοις η παρούσα εργασία αποσκοπεί στη διερεύνηση, τη μελέτη και την κατανόηση του φαινομένου της δερματοστιξίας, ως κοινωνική νόρμα της σύγχρονης πραγματικότητας, δεδομένου ότι η βασική παραδοχή των κοινωνικών επιστημών είναι ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα κοινωνική κατασκευής (Diaz-Leon, 2015). Η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μία ανασκόπηση της ήδη υπάρχουσας βιβλιογραφίας, της οποίας τα συμπεράσματα παρατίθενται στο τέλος της

Posted in Ανθρωπιστικές Επιστήμες | Tagged , , , , , , , , , , | Leave a comment

A short review of Kalman Filter

Kalman Filter is a powerful tool that can be used to predict a phenomenon or track an object due to a time period. It is also ideal for systems which continuously change.

 

Posted in Μαθηματικά | Tagged , , , , , | Leave a comment

«Bayesian Inference for the Defective distributions used for Cure Rate modelling»

Survival analysis consists of a set of statistical methods in the field of biostatistics, whose main aim is to study the time until the occurrence of a specified event, such as death. For the majority of these methods it is assumed that all the individuals taking part in the study are subject to the event of interest. However, there are situations where this assumption is unrealistic, since there are observations not susceptible to the event of interest or cured. For this reason, there have been developed some survival models which allow for patients that may never experience the event, usually called long-term survivors. These models, called Cure Rate Models, assume that, as time increases, the survival function tends to a value p ∈ (0,1), representing the cure rate, instead of tending to zero as in standard survival analysis.
Recently, Rocha (2016) proposed a new approach to modelling the situations in which there are long-term survivors in survival studies. His methodology was based on the use of defective distributions to model cure rates. In contrast to the standard distributions, the defective ones are characterized by having probability density functions which integrate to values less than one for certain choices of the domain of some of their parameters. The aim of the present thesis is to provide new Bayesian estimates for the parameters of the defective distributions used for cure rate modelling under the assumption of right censoring. We will develop Markov chain Monte Carlo (MCMC) algorithms for inferring the parameters of a broad class of defective models, both for the baseline distributions (Gompertz & Inverse Gaussian), as well as, for their extension under the Marshall-Olkin family of distributions. The Bayesian estimates of the distributions’ parameters, as well as their associated credible intervals, will be obtained from the samples drawn from their joint posterior distribution. In addition, Bayesian estimates’ behavior will be evaluated and compared with the maximum likelihood estimates obtained by Rocha (2016) through simulation experiments. Finally, we will apply the competing models and approaches to real datasets and we will compare them through various statistical measures. This work will be the first attempt to explore the advantages of the
Bayesian approach to inference for defective cure rate models under the assumption of right censoring mechanism, as well as the first presentation of new Bayesian estimates for several defective distributions, but without incorporating covariate information.
Keywords: Defective distributions, Cure fraction, Bayesian Inference, Maximum likelihood, Right censoring, Survival Analysis,
Gompertz distribution, Inverse Gaussian distribution, Marshall Olkin family.
References
[1] Rocha, R. F. D. (2016). Defective models for cure rate modeling.

Posted in Στατιστική | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

Τροφική αλλεργία ή τροφική δυσανεξία; Πώς να τις αναγνωρίσετε;

Η τροφική αλλεργία ορίζεται 1 ως μια ατομική 2 δυσμενής αντίδραση του οργανισμού
στις πρωτεΐνες της τροφής, μέσω ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος 3 ,
η οποία προκαλείται από την κατανάλωση (εκούσια ή μη) ενός αλλεργιογόνου
τροφίμου. Ως αποτέλεσμα έχουμε την εμφάνιση αντικειμενικών και σταθερά
αναπαραγόμενων συμπτωμάτων 1 . Οι γενετικοί παράγοντες κινδύνου
περιλαμβάνουν ένα οικογενειακό ιστορικό αλλεργιών, αλλά οι περιβαλλοντικοί
παράγοντες ρυθμίζουν την εκδήλωση της τροφικής αλλεργίας 4 .
Οι πραγματικές τροφικές αλλεργίες διαιρούνται στις άμεσες αντιδράσεις
υπερευαισθησίας και στις καθυστερημένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας 7 . Στις
άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας τα συμπτώματα αρχίζουν να εμφανίζονται
μέσα σε λίγα λεπτά έως μία ώρα μετά την κατανάλωση του «ένοχου» τροφίμου και
συχνά είναι αρκετά σοβαρές ενώ στις καθυστερημένες αντιδράσεις
υπερευαισθησίας η έναρξη των συμπτωμάτων γίνεται έως 24 ώρες ή και
περισσότερο μετά την κατανάλωση του αλλεργιογόνου τροφίμου 8 .
Η τροφική αλλεργία συχνά συγχέεται εσφαλμένα με την τροφική δυσανεξία 7 . Οι
τροφικές δυσανεξίες είναι μη φυσιολογικές αντιδράσεις στα τρόφιμα ή σε
συστατικά των τροφίμων χωρίς τη μεσολάβηση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τύποι τροφικών δυσανεξιών. Ο συνηθέστερος
τύπος είναι οι μεταβολικές τροφικές διαταραχές 2 , δηλαδή δυσμενείς αντιδράσεις σε
ένα τρόφιμο ή σε ένα συστατικό των τροφίμων, αποτέλεσμα ενός ελαττώματος του
μεταβολισμού αυτών (δυσανεξία στη λακτόζη) ή της επίδρασης αυτών σε
φυσιολογικές διεργασίες του οργανισμού (φαβισμός) 7 .
Οι τοξικές αντιδράσεις μπορούν να μιμηθούν τις τροφικές αλλεργίες ενώ τυπικά
οφείλονται σε τοξικούς ρυπαντές ή φαρμακολογικές ουσίες, οι οποίοι μπορούν να
επηρεάσουν τα περισσότερα υγιή άτομα όταν χορηγούνται σε κατάλληλες δόσεις 9 .
Υπάρχει επίσης μια σύγχυση των τροφικών αλλεργιών με τις τροφικές αποστροφές,
με τη διαφορά ότι οι τελευταίες δεν αναπαράγονται όταν το άτομο καταναλώνει το
τρόφιμο χωρίς να το γνωρίζει 9 . Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις δηλητηριάσεων από
τρόφιμα (κυρίως από χαλασμένο τόνο και σκουμπρί 5 και από τυριά όπως το
ελβετικό 6 ), με παρόμοια συμπτώματα με την τροφική αλλεργία 5 .

2
Περίπου το 1,8%-4% των ενηλίκων, κυρίως γυναίκες 13 , πάσχει από κάποια τροφική
αλλεργία 10,11,12 . Όσον αφορά τα παιδιά η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης
τροφικών αλλεργιών (περίπου 6%) παρατηρείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3
ετών 3 ενώ μετά τα 10 πρώτα έτη η συχνότητα μειώνεται 14 . Το 80-85% των μικρών
παιδιών με αλλεργία στο γάλα, στο αβγό 15,16 και στο σιτάρι 17 και το 20% περίπου των
παιδιών με αλλεργία στα φιστίκια 18 φαίνεται ότι ξεπερνούν την αλλεργία στα πρώτα
5-10 χρόνια ζωής, ενώ το 35% των παιδιών αναπτύσσουν τροφικές αλλεργίες σε
άλλα τρόφιμα 18 . Οι τροφικές αλλεργίες προκαλούνται κυρίως από οκτώ τρόφιμα: το
αγελαδινό γάλα, το αυγό, τη σόγια, τα φιστίκια, τα καρύδια, το σιτάρι, τα ψάρια και
τα οστρακοειδή 9 . Στα μικρά παιδιά οι πιο κοινές αιτίες τροφικής αλλεργίας είναι το
αγελαδινό γάλα (2,5%) και το αυγό (1,3%) 17 .
Οι ενήλικοι είναι πιο πιθανό να πάσχουν από αλλεργίες στα οστρακοειδή (2%), τα
φιστίκια (0,6%), τους ξηρούς καρπούς (0,5%), και τα ψάρια (0,4%) 19 . Αλλεργικές
αντιδράσεις στα φρούτα και τα λαχανικά είναι κοινές αλλά, συνήθως, όχι σοβαρές 19 .
Τα τρόφιμα που συχνότερα εμπλέκονται είναι φρούτα, όπως το ροδάκινο και το
ακτινίδιο, ξηροί καρποί, όπως τα φιστίκια και τα αμύγδαλα, και λαχανικά, όπως η
ντομάτα και το κολοκύθι. 19 Η πλειοψηφία των αλλεργικών αντιδράσεων στα
φρούτα, τα λαχανικά και τους ξηρούς καρπούς σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με
αλλεργίες στη γύρη 20 και κυρίως στη γύρη της σημύδας 22 . Άτομα αλλεργικά στη γύρη
της σημύδας είναι πιθανό να αναπτύξουν αλλεργικά συμπτώματα μετά από
κατανάλωση καρότου, μήλου, φουντουκιών και ακτινιδίου 23 , ενώ άτομα αλλεργικά
στο γρασίδι μετά από κατανάλωση ντομάτας 22 .
Οι τροφικές αλλεργικές αντιδράσεις είναι υπεύθυνες για μία ποικιλία
συμπτωμάτων 3 που περιλαμβάνουν το δέρμα, τη γαστρεντερική και την
αναπνευστική οδό 3 . Ωστόσο, χρόνια συμπτώματα είναι λιγότερο πιθανό να
αποδοθούν αποκλειστικά σε μια τροφική αλλεργία 24 .
Συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα είναι ο κνησμός του στόματος, το
οίδημα των χειλιών ή της γλώσσας, ο κνησμός ή η αίσθηση στεγανότητας του
λαιμού, η ναυτία, το κοιλιακό άλγος, ο έμετος και η διάρροια 25 . Στα δερματικά
συμπτώματα περιλαμβάνονται ο γενικευμένος κνησμός, ένα ερυθηματώδες

3
εξάνθημα, η κνίδωση και το αγγειοοίδημα (διόγκωση των βλεννογόνων, όπως τα
χείλη, η γλώσσα κι ο λάρυγγας) 25 . Αναπνευστικά συμπτώματα μπορεί να είναι ο
περιοφθαλμικός κνησμός, το ερύθημα του επιπεφυκότα και η δακρύρροια, ο
ρινικός κνησμός και συμφόρηση, η ρινόρροια, το φτέρνισμα, το οίδημα του
λάρυγγα δηλαδή συριγμός, κοφτός βήχας, βραχνάδα και αίσθηση σφιξίματος και το
άσθμα 25 . Περιστασιακά, προκαλούνται σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις, που
μπορούν να αποβούν μοιραίες 26 . Ασθενείς με τροφικές αλλεργίες σχετιζόμενες με τη
γύρη έχουν ήπια συμπτώματα της στοματοφαρυγγικής κοιλότητας όπως κνησμός
των χειλιών, της γλώσσας και του λαιμού και, περιστασιακά, πρήξιμο των χειλιών
και της γλώσσας 27,28,29 . Οι αλλεργικοί ασθενείς μπορούν επίσης να εμφανίσουν
καρδιαγγειακά συμπτώματα (όπως υπόταση και καρδιακή δυσρυθμία) 23 . Τέλος
υπάρχει στους ενήλικες η σχετιζόμενη με τα τρόφιμα αναφυλαξία που πυροδοτείται
από την άσκηση κατά την οποία το τρόφιμο προκαλεί αναφυλαξία μόνον εάν η
κατανάλωση του ακολουθείται χρονικά από άσκηση (μέσα σε 2-4 ώρες) 30 .
Όσον αφορά τα συμπτώματα των τροφικών δυσανεξιών σε άτομα που πάσχουν
από φαβισμό (μεταβολική διαταραχή που εκδηλώνεται μετά από κατανάλωση
φάβας κυρίως από κουκιά) η κατανάλωση κουκιών προκαλεί αιμόλυση, άτομα με
δυσανεξία στους υδατάνθρακες (λακτόζη, φρουκτόζη) μετά την κατανάλωση
τροφίμων πλούσιων στον «ένοχο» υδατάνθρακα υποφέρουν από μετεωρισμό και
ναυτία ενώ άτομα με δυσανεξία σε πρόσθετα τροφίμων αντιμετωπίζουν διαταραχές
του αναπνευστικού συστήματος, δερματικά και γαστρεντερικά συμπτώματα 23 .
Γενικά συμπτώματα των τροφικών δυσανεξιών είναι η κνίδωση και τα οιδήματα, ο
ερεθισμός του στομάχου ή του εντέρου, οι πονοκέφαλοι, η κόπωση ενώ στα παιδιά
προκαλείται νευρική συμπεριφορά και διαταραγμένος ύπνος, παλινδρόμηση και
έκζεμα με φαγούρα 23 .
Η ομοιότητα των συμπτωμάτων των τροφικών αλλεργιών και των τροφικών
δυσανεξιών μεταξύ τους αλλά και με άλλες παθήσεις και διαταραχές σχετιζόμενες
ή μη με τα τρόφιμα καθιστά απαραίτητη την ιατρική γνωμάτευση σε περίπτωση
υποψίας τροφικής αλλεργίας ή δυσανεξίας.

4
1. Johansson SG, Bieber T, Dahl R et al. (2004) Revised nomenclature
for allergy for global use: Report of the Nomenclature Review Committee of
the World Allergy Organization, October 2003. J Allergy Clin Immunol 113,
832–836.
2. Taylor, S.L. (1987). Allergic and sensitivity reactions to food components. In
“Nutritional Toxicology,” Vol. 2, ed. J.N. Hathcock, pp. 173-198, Academic
Press, N.Y
3. Scott H. Sicherer and Hugh A. Sampson. (2010). Food Allergy. J Allergy Clin
Immunol, 125:116-125, NY
4. Sicherer SH, Munoz-Furlong A, Sampson HA. (2003). Prevalence of peanut
and tree nut allergy in the United States determined by means of a random
digit dial telephone survey: a 5-year follow-up study. J Allergy Clin Immunol
112:1203-7.
5. Taylor, S.L., Stratton, J.E., and Nordlee, J.A. (1989). Histamine poisoning
(scombroid fish poisoning): An allergy- like intoxication. J. Toxicol. Clin.
Toxicol. 27: 225- 240.
6. Stratton, J.E. and Taylor, S.L. (1991). Scombroid poisoning. In “Microbiology
of Marine Food Products,” ed. D.R. Ward and C. Hackney, pp. 331-351, Van
Nostrand Reinhold, N.Y.
7. Lemke, P.J. and Taylor, S.L. (1994). Allergic reactions and food intolerances.
In “Nutritional Toxicology,” ed. F.N. Kotsonis, M. Mackey, and J. Hjelle, pp.
117-137, Raven Press, N.Y.
8. Hefle, S.L., Nordlee, J.A., and Taylor, S.L. (1996). Allergenic foods. Crit. Rev.
Food Sci. Nutr. 36S: S69-S89
9. Steve L. Taylor and Susan L. Hefle. (2001). Food Allergies and Other Food
Sensitivities Update on food allergy. Food Technology. 55:69-83
10. Rona RJ, Keil T, Summers C et al. (2007) The prevalence of food allergy: a
meta-analysis. J Allergy Clin Immunol 120, 638–646.
11. Woods RK, Abramson M, Bailey M et al. (2001) International prevalences of
reported food allergies and intolerances. Comparisons arising from the
European Community Respiratory Health Survey (ECRHS) 1991–1994. Eur J
Clin Nutr 55, 298–304

5
12. Osterballe M, Hansen TK, Mortz CG et al. (2005) The prevalence of food
hypersensitivity in an unselected population of children and adults. Pediatr
Allergy Immunol 16, 567–573
13. T. Schafer, E. Bohler, S. Ruhdorfer, L. Weigl, D. Wessner, J. Heinrich, B.
Filipiak, H.-E. Wichmann, J. Ring. (2001). Epidemiology of food allergy/food
intolerance in adults: associations with other manifestations of atopy.
Allergy. 56: 1172–1179
14. Sampson HA. (1999) Food Allergy. Part 1: immunopathogenesis and clinical
disorders. J Allergy Clin Immunol. 103:717-28
15. Hourihane JO, Roberts SA, Warner JO. (1998) Resolution of peanut allergy:
case–control study. BMJ. 316:1271–1275
16. Skolnick HS, Conover-Walker MK, Koerner CB, Sampson HA, Burks W, Wood
RA. (2001) The natural history of peanut allergy. J Allergy Clin Immunol.
107:367–374.
17. Wood RA. (2003). The natural history of food allergy. Pediatrics.111: 1631-7
18. Host A, Halken S, Jacobsen HP, Eastmann A, Mortensen S, Mygil S. (1997).
The natural course of cow’s milk protein allergy/intolerance [abstract]. J
Allergy Clin Immunol. 99(suppl):S490.
19. Stefan Vieths, Stephan Scheurer and Barbara Ballmer-Weber. (2002).
Current Understanding of Cross-Reactivity of Food Allergens and Pollen.
Ann. N.Y. Acad. Sci. 964: 47–68
20. Caballero, T. & M. Martin-Esteban. (1998). Association between pollen
hypersensivity and edible vegetable allergy: a review. Invest. Allergol. Clin.
Immunol. 1: 6–16.
21. Ortolani, C., E.A. Pastorello, L. Farioli et al. (1993). IgE-mediated allergy
from vegetable allergens. Ann. Allergy 71: 470–476
22. Breiteneder H, Ebner C. (2000). Molecular and biochemical classification of
plant-derived food allergens. J Allergy Clin Immunol. 106(1 Pt 1):27–36.
23. Giampiero Patriarca Ζ Domenico Schiavino Ζ Valentina Pecora et al. (2009).
Food allergy and food intolerance: diagnosis and treatment. Intern Emerg
Med. 4:11–24

6
24. Sicherer SH, Teuber S. (2004). Current approach to the diagnosis and
management of adverse reactions to foods. J Allergy Clin Immunol.
114:1146-50.
25. Sampson HA. (2004). Update of food allergy. J Allergy Clin Immunol.
113:805– 819
26. Sampson HA (1999) Food allergy. Part 1: immunopathogenesis and clinical
disorders. Journal of Allergy and Clinical Immunology. 103, 717–728.
27. Ortolani C., B.K. Ballmer-Weber, K. Skamstrup Hansen et al. (2000).
Hazelnut allergy: a double-blind, placebo-controlled food challenge
multicenter study. J. Allergy Clin. Immunol. 105: 577–581.
28. Skamstrup Hansen K., H. Vestergaard, P. Stahl Skov et al. (2000).
Doubleblind, placebo-controlled food challenge with apple. Allergy 56:
109–117.
29. B.K. Ballmer-Weber., S. Scheurer, P. Fritsche et al. (2002). Component
resolved diagnosis using recombinant allergens in cherry allergic patients. J.
Allergy Clin. Immunol. In press.
30. Scott H Sicherer. (2002). Food Allergy. THE LANCET. 360;701-710

Posted in Υγεία | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

Απόσπασμα από διατριβή

Στην Θεσσαλία, Β.Δ. της Λάρισας εκτείνεται μία Νεογενής ιζηματογενής λεκάνη που περικλείει σημαντικά αποθέματα αργιλώδους διατομίτη (KOUKOUZAS, 2007). Αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα των ιζηματογενών πετρωμάτων του Ανω Μειοκαίνου της λεκάνης του Σαραντάπορου
Ελασσόνας που είναι μέρος της ευρύτερης αλυσίδας λιμναίων λεκανών με Β.Δ.-Ν.Α.
προσανατολισμό και εκτείνεται από την νοτιότερη Γιουγκοσλαβία μέχρι την κεντρική Ελλάδα (STAMATAKIS, KOUKOUZAS, 2001). Τα κυριότερα ορυκτά που απαντώνται στην περιοχή της Ελασσόνας περιλαμβάνουν άμορφο πυρίτιο με την μορφή οπαλίου-Α βιογενούς προελεύσεως που προέρχεται από κελύφη διατόμων. Επίσης περιέχονται μικρά ποσοστά χαλαζία και αστρίων ενώ απουσιάζουν τα ανθρακικά ορυκτά. Από τα αργιλοπυριτικά ορυκτά απαντώνται αυτά της ομάδας των διογκωμένων αργίλων (σμεκτίτης και βερμικουλίτης) και συνοδεύονται από ιλλίτη και χλωρίτη.
Τα δείγματα συλλέχθηκαν από περιοχές που συνόρευαν με τα χωριά Γιαννωτά από την
ανατολική πλευρά της λεκάνης και Λυκούδι από τη Ν.Α. πλευρά της. Το πάχος της εμφάνισης στα Γιαννωτά ήταν ~5m ενώ στο Λυκούδι ~30m (FRAGOULIS, 2005). Εκτός του πυριτίου, χαρακτηρίζονταν από υψηλά ποσοστά Al 2 O 3 λόγω της παρουσίας αργίλων και επίσης από χαμηλά ποσοστά ασβεστίου. Σε προηγούμενες μελέτες δείγματα από τις ίδιες περιοχές είχαν χρησιμοποιηθεί για την εργαστηριακή παραγωγή εργαστηριακών τσιμέντων αλλά και ελαφροβαρών αδρανών με ικανοποιητικά αποτελέσματα (FRAGOULIS, 2004). Ενα επιπλέον δείγμα διατομίτη συλλέχθηκε από την περιοχή Β.Δ. των Γιαννωτών.
………
Βιβλιογραφικές αναφορές και διαμόρφωσή έγιναν καθ΄υπόδειξη του επιβλέποντος
καθηγητού
STAMATAKIS, M. and KOUKOUZAS, N. (2001). The occurrence of phosphate minerals in
lacustrine clayey diatomite deposits, Thessaly, Central Greece. Sedimentary Geology, 139, pp. 33-47.
Κατηγορία
Εργασίες σε Θετικές Επιστήμες

Posted in Γεωλογία | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη κατατάσσεται στις διαταραχές διάθεσης. Χαρακτηρίζεται από
μεγάλα διαστήματα έντονης θλίψης καθώς και από ελάττωση του ενδιαφέροντος του
ατόμου για πράγματα που παλιότερα τον ευχαριστούσαν. Επίσης πιθανά
συμπτώματα αποτελούν οι διαταραχές της όρεξης, οι σεξουαλικές διαταραχές, η
αδυναμία συγκέντρωσης και μια σειρά σωματικών συμπτωμάτων όπως ο
πονοκέφαλος, η δυσκοιλιότητα και η ταχυπαλμία με την προϋπόθεση ότι δεν είναι
αποτέλεσμα παρενεργειών φαρμάκων. (Χριστοδούλου, 1997).
Τρία χαρακτηριστικά προσωπικότητα έχουν θεωρηθεί ως κύριες αιτίες της
κατάθλιψης. Η αρνητική αντίληψη των γεγονότων που συμβαίνουν στη ζωή του
ατόμου, η υπερευαισθησία στην αντιμετώπιση τέτοιων γεγονότων και τέλος η
χαμηλή αυτοεκτίμηση και η αυστηρή κριτική που το άτομο ασκεί στον εαυτό του.
(Abela, 2002). Άλλες αιτίες που προδιαθέτουν για καταθλιπτική διαταραχή είναι η
κληρονομικότητα, η απώλεια αγαπημένου ή συγγενικού προσώπου στα πρώιμα
στάδια της ζωής, στρεσσογόνες καταστάσεις που ζει το άτομο καθώς και άλλες
ιατρικές ασθένειες και καταστάσεις. (Miller et al., 2013).
Ανάλογα με την βαρύτητα της νόσου, η κατάθλιψη έχει σημαντικές
επιπτώσεις για τον ασθενή. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν τις οργανικές αλλαγές που
προκαλούνται λόγω των διαταραχών όρεξης και ύπνου, την έκπτωση γνωστικών
λειτουργιών όπως η μνήμη, την δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις και στην
εργασία του ατόμου και τέλος την αυτοκτονική διάθεση όπου επιφέρει
καταστροφικές συνέπειες για το άτομο. (Petersen, 1993).
Κύριες μορφές της κατάθλιψης είναι η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η
δυσθυμική διαταραχή, και η καταθλιπτική διαταραχή μη προσδιοριζόμενη αλλιώς.
(APA, 1993).
Τα κριτήρια του DSM – IV για την διάγνωση της μείζων καταθλιπτικής
διαταραχής είναι καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες ώρες της ημέρας και
σχεδόν κάθε μέρα, σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους, ελάττωση ενδιαφέροντος
για δραστηριότητες που στο παρελθόν ήταν ευχάριστες, λιγότερες ή περισσότερες
ώρες ύπνου από το φυσιολογικό, έλλειψη ενεργητικότητας, αδυναμία συγκέντρωσης
με την προϋπόθεση ότι αυτά τα συμπτώματα δεν είναι αποτέλεσμα φαρμακευτικής

αγωγής, πρόσφατης απώλειας αγαπημένου προσώπου και δεν πληρούν τα κριτήρια
μικτού επεισοδίου.
Τα διαγνωστικά κριτήρια κατά DSM – IV για την δυσθυμική διαταραχή
περιλαμβάνουν αλλαγές στην όρεξη και στον ύπνο, εύκολη κόπωση, δυσκολία
συγκέντρωσης, χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη ελπίδας.
Για την διάγνωση απαραίτητη είναι η ύπαρξη κλινικά σημαντικής ενόχλησης
του ατόμου λόγω των συμπτωμάτων και σημαντική έκπτωση σε τομείς της ζωής του
ατόμου όπως τον επαγγελματικό ή τον κοινωνικό τομέα. (Μάνου, 1997).
Τέλος οι διαταραχές που δεν πληρούν τα κριτήρια των παραπάνω
καταθλιπτικών διαταραχών κατατάσσονται στην Καταθλιπτική Διαταραχή Μη
Προσδιοριζόμενη Αλλιώς σύμφωνα με το DSM- IV. Τέτοιες διαταραχές μεταξύ
άλλων είναι η προεμμηνορυσιακή δυσφορική διαταραχή, η ελάσσων καταθλιπτική
διαταραχή, η υποτροπιάζουσα βραχεία καταθλιπτική διαταραχή, η μεταψυχωτική
καταθλιπτική διαταραχή της Σχιζοφρένειας, η διπολική διαταραχή. (Μάνου, 1997).
Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις που βοηθούν στην αντιμετώπιση της
κατάθλιψης είναι πολύμορφες και αφορούν την σωματική παρέμβαση με
φαρμακευτική αγωγή, φωτοθεραπεία, ηλεκτροσπασμοθεραπεία, σωματική άσκηση
και πρόγραμμα διατροφής και συνδυαστικά την ψυχοκοινωνική παρέμβαση μέσω
της γνωσιακής – συμπεριφορικής θεραπείας, της συστημικής ψυχοθεραπείας, των
ομαδικών ψυχοθεραπευτικών προγραμμάτων κ.α. (Kωνσταντάκου, 2015).

Βιβλιογραφία

American Psychiatric Association. Task Force on DSM-IV. (1993). DSM-IV draft criteria. Amer
Psychiatric Pub Incorporated.
Cook, M. E., Miller, C. C., Park, Y., & Pariza, M. (1993). Immune modulation by altered
nutrient metabolism: nutritional control of immune-induced growth depression. Poultry
Science, 72(7), 1301-1305.
Petersen, A. C., Compas, B. E., Brooks-Gunn, J., Stemmler, M., Ey, S., & Grant, K. E. (1993).
Depression in adolescence. American psychologist, 48(2), 155.
Κωνσταντάκου, Κ. (2015). Κατάθλιψη και σύγχρονοι τρόποι αντιμετώπισης.
Νίκος, Μ. (1997). Βασικά Στοιχειά Κλινικής Ψυχιατρικής.
Χριστοδούλου, Γ. Ν. (1997). Κατάθλιψη. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Βήτα.

Posted in Ψυχολογία | Tagged , , , , , , | Leave a comment