A short review of Kalman Filter

Kalman Filter is a powerful tool that can be used to predict a phenomenon or track an object due to a time period. It is also ideal for systems which continuously change.


Posted in Μαθηματικά | Tagged , , , , , | Leave a comment

«Bayesian Inference for the Defective distributions used for Cure Rate modelling»

Survival analysis consists of a set of statistical methods in the field of biostatistics, whose main aim is to study the time until the occurrence of a specified event, such as death. For the majority of these methods it is assumed that all the individuals taking part in the study are subject to the event of interest. However, there are situations where this assumption is unrealistic, since there are observations not susceptible to the event of interest or cured. For this reason, there have been developed some survival models which allow for patients that may never experience the event, usually called long-term survivors. These models, called Cure Rate Models, assume that, as time increases, the survival function tends to a value p ∈ (0,1), representing the cure rate, instead of tending to zero as in standard survival analysis.
Recently, Rocha (2016) proposed a new approach to modelling the situations in which there are long-term survivors in survival studies. His methodology was based on the use of defective distributions to model cure rates. In contrast to the standard distributions, the defective ones are characterized by having probability density functions which integrate to values less than one for certain choices of the domain of some of their parameters. The aim of the present thesis is to provide new Bayesian estimates for the parameters of the defective distributions used for cure rate modelling under the assumption of right censoring. We will develop Markov chain Monte Carlo (MCMC) algorithms for inferring the parameters of a broad class of defective models, both for the baseline distributions (Gompertz & Inverse Gaussian), as well as, for their extension under the Marshall-Olkin family of distributions. The Bayesian estimates of the distributions’ parameters, as well as their associated credible intervals, will be obtained from the samples drawn from their joint posterior distribution. In addition, Bayesian estimates’ behavior will be evaluated and compared with the maximum likelihood estimates obtained by Rocha (2016) through simulation experiments. Finally, we will apply the competing models and approaches to real datasets and we will compare them through various statistical measures. This work will be the first attempt to explore the advantages of the
Bayesian approach to inference for defective cure rate models under the assumption of right censoring mechanism, as well as the first presentation of new Bayesian estimates for several defective distributions, but without incorporating covariate information.
Keywords: Defective distributions, Cure fraction, Bayesian Inference, Maximum likelihood, Right censoring, Survival Analysis,
Gompertz distribution, Inverse Gaussian distribution, Marshall Olkin family.
[1] Rocha, R. F. D. (2016). Defective models for cure rate modeling.

Posted in Στατιστική | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

Τροφική αλλεργία ή τροφική δυσανεξία; Πώς να τις αναγνωρίσετε;

Η τροφική αλλεργία ορίζεται 1 ως μια ατομική 2 δυσμενής αντίδραση του οργανισμού
στις πρωτεΐνες της τροφής, μέσω ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος 3 ,
η οποία προκαλείται από την κατανάλωση (εκούσια ή μη) ενός αλλεργιογόνου
τροφίμου. Ως αποτέλεσμα έχουμε την εμφάνιση αντικειμενικών και σταθερά
αναπαραγόμενων συμπτωμάτων 1 . Οι γενετικοί παράγοντες κινδύνου
περιλαμβάνουν ένα οικογενειακό ιστορικό αλλεργιών, αλλά οι περιβαλλοντικοί
παράγοντες ρυθμίζουν την εκδήλωση της τροφικής αλλεργίας 4 .
Οι πραγματικές τροφικές αλλεργίες διαιρούνται στις άμεσες αντιδράσεις
υπερευαισθησίας και στις καθυστερημένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας 7 . Στις
άμεσες αντιδράσεις υπερευαισθησίας τα συμπτώματα αρχίζουν να εμφανίζονται
μέσα σε λίγα λεπτά έως μία ώρα μετά την κατανάλωση του «ένοχου» τροφίμου και
συχνά είναι αρκετά σοβαρές ενώ στις καθυστερημένες αντιδράσεις
υπερευαισθησίας η έναρξη των συμπτωμάτων γίνεται έως 24 ώρες ή και
περισσότερο μετά την κατανάλωση του αλλεργιογόνου τροφίμου 8 .
Η τροφική αλλεργία συχνά συγχέεται εσφαλμένα με την τροφική δυσανεξία 7 . Οι
τροφικές δυσανεξίες είναι μη φυσιολογικές αντιδράσεις στα τρόφιμα ή σε
συστατικά των τροφίμων χωρίς τη μεσολάβηση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τύποι τροφικών δυσανεξιών. Ο συνηθέστερος
τύπος είναι οι μεταβολικές τροφικές διαταραχές 2 , δηλαδή δυσμενείς αντιδράσεις σε
ένα τρόφιμο ή σε ένα συστατικό των τροφίμων, αποτέλεσμα ενός ελαττώματος του
μεταβολισμού αυτών (δυσανεξία στη λακτόζη) ή της επίδρασης αυτών σε
φυσιολογικές διεργασίες του οργανισμού (φαβισμός) 7 .
Οι τοξικές αντιδράσεις μπορούν να μιμηθούν τις τροφικές αλλεργίες ενώ τυπικά
οφείλονται σε τοξικούς ρυπαντές ή φαρμακολογικές ουσίες, οι οποίοι μπορούν να
επηρεάσουν τα περισσότερα υγιή άτομα όταν χορηγούνται σε κατάλληλες δόσεις 9 .
Υπάρχει επίσης μια σύγχυση των τροφικών αλλεργιών με τις τροφικές αποστροφές,
με τη διαφορά ότι οι τελευταίες δεν αναπαράγονται όταν το άτομο καταναλώνει το
τρόφιμο χωρίς να το γνωρίζει 9 . Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις δηλητηριάσεων από
τρόφιμα (κυρίως από χαλασμένο τόνο και σκουμπρί 5 και από τυριά όπως το
ελβετικό 6 ), με παρόμοια συμπτώματα με την τροφική αλλεργία 5 .

Περίπου το 1,8%-4% των ενηλίκων, κυρίως γυναίκες 13 , πάσχει από κάποια τροφική
αλλεργία 10,11,12 . Όσον αφορά τα παιδιά η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης
τροφικών αλλεργιών (περίπου 6%) παρατηρείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3
ετών 3 ενώ μετά τα 10 πρώτα έτη η συχνότητα μειώνεται 14 . Το 80-85% των μικρών
παιδιών με αλλεργία στο γάλα, στο αβγό 15,16 και στο σιτάρι 17 και το 20% περίπου των
παιδιών με αλλεργία στα φιστίκια 18 φαίνεται ότι ξεπερνούν την αλλεργία στα πρώτα
5-10 χρόνια ζωής, ενώ το 35% των παιδιών αναπτύσσουν τροφικές αλλεργίες σε
άλλα τρόφιμα 18 . Οι τροφικές αλλεργίες προκαλούνται κυρίως από οκτώ τρόφιμα: το
αγελαδινό γάλα, το αυγό, τη σόγια, τα φιστίκια, τα καρύδια, το σιτάρι, τα ψάρια και
τα οστρακοειδή 9 . Στα μικρά παιδιά οι πιο κοινές αιτίες τροφικής αλλεργίας είναι το
αγελαδινό γάλα (2,5%) και το αυγό (1,3%) 17 .
Οι ενήλικοι είναι πιο πιθανό να πάσχουν από αλλεργίες στα οστρακοειδή (2%), τα
φιστίκια (0,6%), τους ξηρούς καρπούς (0,5%), και τα ψάρια (0,4%) 19 . Αλλεργικές
αντιδράσεις στα φρούτα και τα λαχανικά είναι κοινές αλλά, συνήθως, όχι σοβαρές 19 .
Τα τρόφιμα που συχνότερα εμπλέκονται είναι φρούτα, όπως το ροδάκινο και το
ακτινίδιο, ξηροί καρποί, όπως τα φιστίκια και τα αμύγδαλα, και λαχανικά, όπως η
ντομάτα και το κολοκύθι. 19 Η πλειοψηφία των αλλεργικών αντιδράσεων στα
φρούτα, τα λαχανικά και τους ξηρούς καρπούς σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με
αλλεργίες στη γύρη 20 και κυρίως στη γύρη της σημύδας 22 . Άτομα αλλεργικά στη γύρη
της σημύδας είναι πιθανό να αναπτύξουν αλλεργικά συμπτώματα μετά από
κατανάλωση καρότου, μήλου, φουντουκιών και ακτινιδίου 23 , ενώ άτομα αλλεργικά
στο γρασίδι μετά από κατανάλωση ντομάτας 22 .
Οι τροφικές αλλεργικές αντιδράσεις είναι υπεύθυνες για μία ποικιλία
συμπτωμάτων 3 που περιλαμβάνουν το δέρμα, τη γαστρεντερική και την
αναπνευστική οδό 3 . Ωστόσο, χρόνια συμπτώματα είναι λιγότερο πιθανό να
αποδοθούν αποκλειστικά σε μια τροφική αλλεργία 24 .
Συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα είναι ο κνησμός του στόματος, το
οίδημα των χειλιών ή της γλώσσας, ο κνησμός ή η αίσθηση στεγανότητας του
λαιμού, η ναυτία, το κοιλιακό άλγος, ο έμετος και η διάρροια 25 . Στα δερματικά
συμπτώματα περιλαμβάνονται ο γενικευμένος κνησμός, ένα ερυθηματώδες

εξάνθημα, η κνίδωση και το αγγειοοίδημα (διόγκωση των βλεννογόνων, όπως τα
χείλη, η γλώσσα κι ο λάρυγγας) 25 . Αναπνευστικά συμπτώματα μπορεί να είναι ο
περιοφθαλμικός κνησμός, το ερύθημα του επιπεφυκότα και η δακρύρροια, ο
ρινικός κνησμός και συμφόρηση, η ρινόρροια, το φτέρνισμα, το οίδημα του
λάρυγγα δηλαδή συριγμός, κοφτός βήχας, βραχνάδα και αίσθηση σφιξίματος και το
άσθμα 25 . Περιστασιακά, προκαλούνται σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις, που
μπορούν να αποβούν μοιραίες 26 . Ασθενείς με τροφικές αλλεργίες σχετιζόμενες με τη
γύρη έχουν ήπια συμπτώματα της στοματοφαρυγγικής κοιλότητας όπως κνησμός
των χειλιών, της γλώσσας και του λαιμού και, περιστασιακά, πρήξιμο των χειλιών
και της γλώσσας 27,28,29 . Οι αλλεργικοί ασθενείς μπορούν επίσης να εμφανίσουν
καρδιαγγειακά συμπτώματα (όπως υπόταση και καρδιακή δυσρυθμία) 23 . Τέλος
υπάρχει στους ενήλικες η σχετιζόμενη με τα τρόφιμα αναφυλαξία που πυροδοτείται
από την άσκηση κατά την οποία το τρόφιμο προκαλεί αναφυλαξία μόνον εάν η
κατανάλωση του ακολουθείται χρονικά από άσκηση (μέσα σε 2-4 ώρες) 30 .
Όσον αφορά τα συμπτώματα των τροφικών δυσανεξιών σε άτομα που πάσχουν
από φαβισμό (μεταβολική διαταραχή που εκδηλώνεται μετά από κατανάλωση
φάβας κυρίως από κουκιά) η κατανάλωση κουκιών προκαλεί αιμόλυση, άτομα με
δυσανεξία στους υδατάνθρακες (λακτόζη, φρουκτόζη) μετά την κατανάλωση
τροφίμων πλούσιων στον «ένοχο» υδατάνθρακα υποφέρουν από μετεωρισμό και
ναυτία ενώ άτομα με δυσανεξία σε πρόσθετα τροφίμων αντιμετωπίζουν διαταραχές
του αναπνευστικού συστήματος, δερματικά και γαστρεντερικά συμπτώματα 23 .
Γενικά συμπτώματα των τροφικών δυσανεξιών είναι η κνίδωση και τα οιδήματα, ο
ερεθισμός του στομάχου ή του εντέρου, οι πονοκέφαλοι, η κόπωση ενώ στα παιδιά
προκαλείται νευρική συμπεριφορά και διαταραγμένος ύπνος, παλινδρόμηση και
έκζεμα με φαγούρα 23 .
Η ομοιότητα των συμπτωμάτων των τροφικών αλλεργιών και των τροφικών
δυσανεξιών μεταξύ τους αλλά και με άλλες παθήσεις και διαταραχές σχετιζόμενες
ή μη με τα τρόφιμα καθιστά απαραίτητη την ιατρική γνωμάτευση σε περίπτωση
υποψίας τροφικής αλλεργίας ή δυσανεξίας.

1. Johansson SG, Bieber T, Dahl R et al. (2004) Revised nomenclature
for allergy for global use: Report of the Nomenclature Review Committee of
the World Allergy Organization, October 2003. J Allergy Clin Immunol 113,
2. Taylor, S.L. (1987). Allergic and sensitivity reactions to food components. In
“Nutritional Toxicology,” Vol. 2, ed. J.N. Hathcock, pp. 173-198, Academic
Press, N.Y
3. Scott H. Sicherer and Hugh A. Sampson. (2010). Food Allergy. J Allergy Clin
Immunol, 125:116-125, NY
4. Sicherer SH, Munoz-Furlong A, Sampson HA. (2003). Prevalence of peanut
and tree nut allergy in the United States determined by means of a random
digit dial telephone survey: a 5-year follow-up study. J Allergy Clin Immunol
5. Taylor, S.L., Stratton, J.E., and Nordlee, J.A. (1989). Histamine poisoning
(scombroid fish poisoning): An allergy- like intoxication. J. Toxicol. Clin.
Toxicol. 27: 225- 240.
6. Stratton, J.E. and Taylor, S.L. (1991). Scombroid poisoning. In “Microbiology
of Marine Food Products,” ed. D.R. Ward and C. Hackney, pp. 331-351, Van
Nostrand Reinhold, N.Y.
7. Lemke, P.J. and Taylor, S.L. (1994). Allergic reactions and food intolerances.
In “Nutritional Toxicology,” ed. F.N. Kotsonis, M. Mackey, and J. Hjelle, pp.
117-137, Raven Press, N.Y.
8. Hefle, S.L., Nordlee, J.A., and Taylor, S.L. (1996). Allergenic foods. Crit. Rev.
Food Sci. Nutr. 36S: S69-S89
9. Steve L. Taylor and Susan L. Hefle. (2001). Food Allergies and Other Food
Sensitivities Update on food allergy. Food Technology. 55:69-83
10. Rona RJ, Keil T, Summers C et al. (2007) The prevalence of food allergy: a
meta-analysis. J Allergy Clin Immunol 120, 638–646.
11. Woods RK, Abramson M, Bailey M et al. (2001) International prevalences of
reported food allergies and intolerances. Comparisons arising from the
European Community Respiratory Health Survey (ECRHS) 1991–1994. Eur J
Clin Nutr 55, 298–304

12. Osterballe M, Hansen TK, Mortz CG et al. (2005) The prevalence of food
hypersensitivity in an unselected population of children and adults. Pediatr
Allergy Immunol 16, 567–573
13. T. Schafer, E. Bohler, S. Ruhdorfer, L. Weigl, D. Wessner, J. Heinrich, B.
Filipiak, H.-E. Wichmann, J. Ring. (2001). Epidemiology of food allergy/food
intolerance in adults: associations with other manifestations of atopy.
Allergy. 56: 1172–1179
14. Sampson HA. (1999) Food Allergy. Part 1: immunopathogenesis and clinical
disorders. J Allergy Clin Immunol. 103:717-28
15. Hourihane JO, Roberts SA, Warner JO. (1998) Resolution of peanut allergy:
case–control study. BMJ. 316:1271–1275
16. Skolnick HS, Conover-Walker MK, Koerner CB, Sampson HA, Burks W, Wood
RA. (2001) The natural history of peanut allergy. J Allergy Clin Immunol.
17. Wood RA. (2003). The natural history of food allergy. Pediatrics.111: 1631-7
18. Host A, Halken S, Jacobsen HP, Eastmann A, Mortensen S, Mygil S. (1997).
The natural course of cow’s milk protein allergy/intolerance [abstract]. J
Allergy Clin Immunol. 99(suppl):S490.
19. Stefan Vieths, Stephan Scheurer and Barbara Ballmer-Weber. (2002).
Current Understanding of Cross-Reactivity of Food Allergens and Pollen.
Ann. N.Y. Acad. Sci. 964: 47–68
20. Caballero, T. & M. Martin-Esteban. (1998). Association between pollen
hypersensivity and edible vegetable allergy: a review. Invest. Allergol. Clin.
Immunol. 1: 6–16.
21. Ortolani, C., E.A. Pastorello, L. Farioli et al. (1993). IgE-mediated allergy
from vegetable allergens. Ann. Allergy 71: 470–476
22. Breiteneder H, Ebner C. (2000). Molecular and biochemical classification of
plant-derived food allergens. J Allergy Clin Immunol. 106(1 Pt 1):27–36.
23. Giampiero Patriarca Ζ Domenico Schiavino Ζ Valentina Pecora et al. (2009).
Food allergy and food intolerance: diagnosis and treatment. Intern Emerg
Med. 4:11–24

24. Sicherer SH, Teuber S. (2004). Current approach to the diagnosis and
management of adverse reactions to foods. J Allergy Clin Immunol.
25. Sampson HA. (2004). Update of food allergy. J Allergy Clin Immunol.
113:805– 819
26. Sampson HA (1999) Food allergy. Part 1: immunopathogenesis and clinical
disorders. Journal of Allergy and Clinical Immunology. 103, 717–728.
27. Ortolani C., B.K. Ballmer-Weber, K. Skamstrup Hansen et al. (2000).
Hazelnut allergy: a double-blind, placebo-controlled food challenge
multicenter study. J. Allergy Clin. Immunol. 105: 577–581.
28. Skamstrup Hansen K., H. Vestergaard, P. Stahl Skov et al. (2000).
Doubleblind, placebo-controlled food challenge with apple. Allergy 56:
29. B.K. Ballmer-Weber., S. Scheurer, P. Fritsche et al. (2002). Component
resolved diagnosis using recombinant allergens in cherry allergic patients. J.
Allergy Clin. Immunol. In press.
30. Scott H Sicherer. (2002). Food Allergy. THE LANCET. 360;701-710

Posted in Υγεία | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

Απόσπασμα από διατριβή

Στην Θεσσαλία, Β.Δ. της Λάρισας εκτείνεται μία Νεογενής ιζηματογενής λεκάνη που περικλείει σημαντικά αποθέματα αργιλώδους διατομίτη (KOUKOUZAS, 2007). Αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα των ιζηματογενών πετρωμάτων του Ανω Μειοκαίνου της λεκάνης του Σαραντάπορου
Ελασσόνας που είναι μέρος της ευρύτερης αλυσίδας λιμναίων λεκανών με Β.Δ.-Ν.Α.
προσανατολισμό και εκτείνεται από την νοτιότερη Γιουγκοσλαβία μέχρι την κεντρική Ελλάδα (STAMATAKIS, KOUKOUZAS, 2001). Τα κυριότερα ορυκτά που απαντώνται στην περιοχή της Ελασσόνας περιλαμβάνουν άμορφο πυρίτιο με την μορφή οπαλίου-Α βιογενούς προελεύσεως που προέρχεται από κελύφη διατόμων. Επίσης περιέχονται μικρά ποσοστά χαλαζία και αστρίων ενώ απουσιάζουν τα ανθρακικά ορυκτά. Από τα αργιλοπυριτικά ορυκτά απαντώνται αυτά της ομάδας των διογκωμένων αργίλων (σμεκτίτης και βερμικουλίτης) και συνοδεύονται από ιλλίτη και χλωρίτη.
Τα δείγματα συλλέχθηκαν από περιοχές που συνόρευαν με τα χωριά Γιαννωτά από την
ανατολική πλευρά της λεκάνης και Λυκούδι από τη Ν.Α. πλευρά της. Το πάχος της εμφάνισης στα Γιαννωτά ήταν ~5m ενώ στο Λυκούδι ~30m (FRAGOULIS, 2005). Εκτός του πυριτίου, χαρακτηρίζονταν από υψηλά ποσοστά Al 2 O 3 λόγω της παρουσίας αργίλων και επίσης από χαμηλά ποσοστά ασβεστίου. Σε προηγούμενες μελέτες δείγματα από τις ίδιες περιοχές είχαν χρησιμοποιηθεί για την εργαστηριακή παραγωγή εργαστηριακών τσιμέντων αλλά και ελαφροβαρών αδρανών με ικανοποιητικά αποτελέσματα (FRAGOULIS, 2004). Ενα επιπλέον δείγμα διατομίτη συλλέχθηκε από την περιοχή Β.Δ. των Γιαννωτών.
Βιβλιογραφικές αναφορές και διαμόρφωσή έγιναν καθ΄υπόδειξη του επιβλέποντος
STAMATAKIS, M. and KOUKOUZAS, N. (2001). The occurrence of phosphate minerals in
lacustrine clayey diatomite deposits, Thessaly, Central Greece. Sedimentary Geology, 139, pp. 33-47.
Εργασίες σε Θετικές Επιστήμες

Posted in Γεωλογία | Tagged , , , , , , | Leave a comment


Η κατάθλιψη κατατάσσεται στις διαταραχές διάθεσης. Χαρακτηρίζεται από
μεγάλα διαστήματα έντονης θλίψης καθώς και από ελάττωση του ενδιαφέροντος του
ατόμου για πράγματα που παλιότερα τον ευχαριστούσαν. Επίσης πιθανά
συμπτώματα αποτελούν οι διαταραχές της όρεξης, οι σεξουαλικές διαταραχές, η
αδυναμία συγκέντρωσης και μια σειρά σωματικών συμπτωμάτων όπως ο
πονοκέφαλος, η δυσκοιλιότητα και η ταχυπαλμία με την προϋπόθεση ότι δεν είναι
αποτέλεσμα παρενεργειών φαρμάκων. (Χριστοδούλου, 1997).
Τρία χαρακτηριστικά προσωπικότητα έχουν θεωρηθεί ως κύριες αιτίες της
κατάθλιψης. Η αρνητική αντίληψη των γεγονότων που συμβαίνουν στη ζωή του
ατόμου, η υπερευαισθησία στην αντιμετώπιση τέτοιων γεγονότων και τέλος η
χαμηλή αυτοεκτίμηση και η αυστηρή κριτική που το άτομο ασκεί στον εαυτό του.
(Abela, 2002). Άλλες αιτίες που προδιαθέτουν για καταθλιπτική διαταραχή είναι η
κληρονομικότητα, η απώλεια αγαπημένου ή συγγενικού προσώπου στα πρώιμα
στάδια της ζωής, στρεσσογόνες καταστάσεις που ζει το άτομο καθώς και άλλες
ιατρικές ασθένειες και καταστάσεις. (Miller et al., 2013).
Ανάλογα με την βαρύτητα της νόσου, η κατάθλιψη έχει σημαντικές
επιπτώσεις για τον ασθενή. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν τις οργανικές αλλαγές που
προκαλούνται λόγω των διαταραχών όρεξης και ύπνου, την έκπτωση γνωστικών
λειτουργιών όπως η μνήμη, την δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις και στην
εργασία του ατόμου και τέλος την αυτοκτονική διάθεση όπου επιφέρει
καταστροφικές συνέπειες για το άτομο. (Petersen, 1993).
Κύριες μορφές της κατάθλιψης είναι η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η
δυσθυμική διαταραχή, και η καταθλιπτική διαταραχή μη προσδιοριζόμενη αλλιώς.
(APA, 1993).
Τα κριτήρια του DSM – IV για την διάγνωση της μείζων καταθλιπτικής
διαταραχής είναι καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες ώρες της ημέρας και
σχεδόν κάθε μέρα, σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους, ελάττωση ενδιαφέροντος
για δραστηριότητες που στο παρελθόν ήταν ευχάριστες, λιγότερες ή περισσότερες
ώρες ύπνου από το φυσιολογικό, έλλειψη ενεργητικότητας, αδυναμία συγκέντρωσης
με την προϋπόθεση ότι αυτά τα συμπτώματα δεν είναι αποτέλεσμα φαρμακευτικής

αγωγής, πρόσφατης απώλειας αγαπημένου προσώπου και δεν πληρούν τα κριτήρια
μικτού επεισοδίου.
Τα διαγνωστικά κριτήρια κατά DSM – IV για την δυσθυμική διαταραχή
περιλαμβάνουν αλλαγές στην όρεξη και στον ύπνο, εύκολη κόπωση, δυσκολία
συγκέντρωσης, χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη ελπίδας.
Για την διάγνωση απαραίτητη είναι η ύπαρξη κλινικά σημαντικής ενόχλησης
του ατόμου λόγω των συμπτωμάτων και σημαντική έκπτωση σε τομείς της ζωής του
ατόμου όπως τον επαγγελματικό ή τον κοινωνικό τομέα. (Μάνου, 1997).
Τέλος οι διαταραχές που δεν πληρούν τα κριτήρια των παραπάνω
καταθλιπτικών διαταραχών κατατάσσονται στην Καταθλιπτική Διαταραχή Μη
Προσδιοριζόμενη Αλλιώς σύμφωνα με το DSM- IV. Τέτοιες διαταραχές μεταξύ
άλλων είναι η προεμμηνορυσιακή δυσφορική διαταραχή, η ελάσσων καταθλιπτική
διαταραχή, η υποτροπιάζουσα βραχεία καταθλιπτική διαταραχή, η μεταψυχωτική
καταθλιπτική διαταραχή της Σχιζοφρένειας, η διπολική διαταραχή. (Μάνου, 1997).
Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις που βοηθούν στην αντιμετώπιση της
κατάθλιψης είναι πολύμορφες και αφορούν την σωματική παρέμβαση με
φαρμακευτική αγωγή, φωτοθεραπεία, ηλεκτροσπασμοθεραπεία, σωματική άσκηση
και πρόγραμμα διατροφής και συνδυαστικά την ψυχοκοινωνική παρέμβαση μέσω
της γνωσιακής – συμπεριφορικής θεραπείας, της συστημικής ψυχοθεραπείας, των
ομαδικών ψυχοθεραπευτικών προγραμμάτων κ.α. (Kωνσταντάκου, 2015).


American Psychiatric Association. Task Force on DSM-IV. (1993). DSM-IV draft criteria. Amer
Psychiatric Pub Incorporated.
Cook, M. E., Miller, C. C., Park, Y., & Pariza, M. (1993). Immune modulation by altered
nutrient metabolism: nutritional control of immune-induced growth depression. Poultry
Science, 72(7), 1301-1305.
Petersen, A. C., Compas, B. E., Brooks-Gunn, J., Stemmler, M., Ey, S., & Grant, K. E. (1993).
Depression in adolescence. American psychologist, 48(2), 155.
Κωνσταντάκου, Κ. (2015). Κατάθλιψη και σύγχρονοι τρόποι αντιμετώπισης.
Νίκος, Μ. (1997). Βασικά Στοιχειά Κλινικής Ψυχιατρικής.
Χριστοδούλου, Γ. Ν. (1997). Κατάθλιψη. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Βήτα.

Posted in Ψυχολογία | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Δυσλεξία: Τα χαρακτηριστικά της και η στάση των εκπαιδευτικών

Η δυσλεξία είναι μία από τις πολλές και διαφορετικές μαθησιακές δυσκολίες, οι
οποίες απαντώνται σε μαθητές και ενήλικες κάθε ηλικίας (Knight, 2018). Παρά το
γεγονός ότι ο όρος «δυσλεξία» είναι από τους πιο διαδεδομένους παγκοσμίως ο
ορισμός του και το περιεχόμενό του ποικίλουν (Στασινός, 2016). Σ’ αυτό στο οποίο
συγκλίνουν οι έρευνες (Knight, 2018; Στασινός, 2016) είναι πως όσοι έχουν δυσλεξία
χαρακτηρίζονται από μία φωνολογική αδυναμία έναντι των συνομήλικών τους. Αυτή
αφορά την αναγνώριση και ταύτιση γραπτών συμβόλων (γραμμάτων και αριθμών) με
τους ήχους που τους αντιστοιχούν, καθώς και την αδυναμία απομνημόνευσης αυτών
των πληροφοριών.
Ως γενεσιουργός αιτία της δυσλεξίας έχει εντοπιστεί μία εγκεφαλική ανωμαλία, η
οποία αφορά μία διόγκωση στο δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου, καθώς και τη βλάβη
που προκαλεί στο συνδετικό υγρό των δύο ημισφαιρίων (Coltheart, 2000). Σ’ αυτή
την ανωμαλία συνήθως οφείλονται και οι αναγραμματισμοί, η απαλοιφή γραμμάτων
από λέξεις ή τα πολλά ορθογραφικά λάθη που παρατηρούνται στο γραπτό λόγο από
μαθητές με δυσλεξία (Στασινός, 2016).
Σημαντικός κρίνεται, συνεπώς, ο ρόλος του εκπαιδευτικού, τόσο σε επίπεδο πρόωρης
αναγνώρισης των χαρακτηριστικών που συνοδεύουν τη δυσλεξία, η οποία θα
οδηγήσει στην πρώορη διάγνωση και καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου, όσο
και σε επίπεδο εκπαίδευσης του μαθητή (Στασινός, 2016). Σε αυτή τους την
προσπάθεια οι εκπαιδευτικοί καλούνται να επιστρατεύσουν τα τεχνολογικά υλικά και
μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, όπως μαγνητόφωνα με ηχογραφημένη την
παράδοση του μαθήματος, προγράμματα ορθογραφικού ελέγχου, καθώς και βίντεο ή
προτζέκτορες για την προβολή διαφανειών (Pino & Mortari, 2014).

Συμπερασματικά, στόχος του σχολείου, στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης,
πρέπει να είναι η συμπερίληψη αυτών των μαθητών (Αγγελίδης, 2011), η οποία
μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ύπαρξη κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού
(Knight, 2018). Γι’ αυτό, κρίνεται αναγκαία η κατάρτισή τους σε επίπεδο
αναγνώρισης των συμπεριφορών των παιδιών με δυσλεξία, τα αίτια που την
προκαλούν, καθώς και ο τρόπος παρέμβασής τους για την αποτελεσματικότερη
δράση τους.

Αγγελίδης, Π. (2011). Παιδαγωγικές της Συμπερίληψης. Αθήνα: Διάδραση
Knight C. What is dyslexia? An exploration of the relationship between teachers'
understandings of dyslexia and their training
experiences. Dyslexia. 2018;24:207–219. https://doi.org/10.1002/dys.1593
Coltheart M. Deep Dyslexia Is Right-Hemisphere Reading. Brain and language 71. 2000,
299-309. doi:10.1006/brln.1999.2183
Pino M., and Mortari L. (2014) The Inclusion of Students with Dyslexia in Higher Education:
A Systematic Review Using Narrative Synthesis, Dyslexia, 20, pages 346–369,
doi: 10.1002/dys.1484.
Στασινός, Δ. (2016). Η Ειδική Εκπαίδευση 2020plus. Για μία Συμπεριληπτική ή Ολική
Εκπαίδευση στο Νέο-ψηφιακό Σχολείο με Ψηφιακούς Πρωταθλητές. Αθήνα:
Εκδόσεις Παπαζήση

Posted in Εκπαίδευση | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

Μήπως να αλλάξουμε τον τρόπο που διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά από μετάφραση;

Η σύγχρονη διδακτική των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση καλεί τους
εκπαιδευτικούς να ενορχηστρώσουν μία ενδιαφέρουσα διδασκαλία βάσει ενός
κοντρουκτιβιστικού πλαισίου αναφοράς (Φρυδάκη, 2009). Παρόλα αυτά, κάθε άλλο παρά
σύγχρονη μπορεί να χαρακτηριστεί η εκπαιδευτική πράξη του κλάδου των φιλολόγων,
δεδομένου ότι σύμφωνα με τον Μαυροσκούφη (2006), η αμφισβήτηση, που λαμβάνει το
μάθημα εκ μέρους των μαθητών και της κοινωνίας εν γένει, βασίζεται στην έλλειψη
διδακτικής επάρκειας, στη μη σφαιρική κατάκτηση του σχολικού αντικειμένου και στην
προσκόλληση στη διδακτέα ύλη. Καθίσταται προφανής ο πυρήνας του ζητήματος, που δεν
είναι άλλος από τον εκπαιδευτικό. Η ανανέωση της εκπαιδευτικής πράξης αποτελεί έργο του Υπουργείου Παιδείας, καθώς επίσης της εκπαιδευτικής κοινότητας υπό το πρίσμα της
ατομικής ευχέρειας. Η πρόταση που κατατίθεται στην παρούσα μελέτη αποτελεί μέρος μίας πιλοτικής έρευνας που διενεργήθηκε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018, στοχεύοντας στη διερεύνηση της ανανέωσης της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από μετάφραση και συγκεκριμένα του σχολικού μαθήματος της Οδύσσειας. Εν προκειμένω, πραγματοποιήθηκε προσπάθεια σύζευξης των επιστημονικών κλάδων του θεάτρου, της διδασκαλίας της Οδύσσειας του Ομήρου και παράλληλα των καινοτόμων παιδαγωγικών θεωριών μάθησης. Πιο αναλυτικά, το σύνολο του εγχειρήματος ερείδεται στο κονστρουκτιβιστικό πλαίσιο μάθησης, το οποίο καθορίζει τη γνώση και την αλήθεια βάσει των κοινωνικών αναπαραστάσεων του ατόμου (Vygotsky, 1956), συνεπώς η γνώση παύει να έχει στενά πλαίσια και διευρύνεται ανάλογα το άτομο. Επιπροσθέτως, οι βασικές θεωρίες του θεάτρου, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν βάσει των Stanislavksi, Brecht και Grotowski, μπορούν να προσφέρουν εκείνα τα πλαίσια μάθησης, τα οποία σε συνδυασμό με τα είδη μάθησης του εποικοδομισμού, δύνανται να επιφέρουν θετικά στοιχεία στη διδασκαλία (Παπαδόπουλος, 2010). Η ερευνητική δραστηριότητα, μέσω της συλλογής, ανάλυσης και επεξεργασίας των δεδομένων, επισημαίνει τη συμβολή των θεατρικών τεχνικών στην ανανέωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση. Αρχικά, η δυναμική των θεατρικών τεχνικών δημιουργούν εκείνο το μαθησιακό κλίμα, το οποίο επιτρέπει στους μαθητές να αισθάνονται ελεύθεροι, δημιουργικοί και παράλληλα να ενεργοποιούν τη φαντασία τους (Κουρετζής, 1991). Σχετικά με τη σημασία του μαθησιακού κλίματος της σχολικής τάξης, οι Κασσωτάκης και Φλουρής (2013) επισημαίνουν ότι «το μαθησιακό κλίμα εμπλέκεται με τη μαθησιακή επιτυχία και με τη δημιουργία κινήτρων μάθησης».
Αναφορικά με τη διδασκαλία του ομηρικού έπους, η μελέτη παρουσιάζει ενδιαφέροντα ευρήματα ως προς τη διδακτική πράξη. Φαίνεται ότι οι μαθητές, μέσω της θεατρικής τεχνικής του παιχνιδιού ρόλων κατάφεραν και ήρθαν σε επαφή με το κείμενο, το
προέκτειναν, προσθέτοντας προσωπικά βιώματα και κατανόησαν βαθύτερα το νόημά του. Η σχετική βιβλιογραφία, περί των θεατρικών τεχνικών και συγκεκριμένα για την άνωθεν
θεατρική τεχνική – εκείνη του παιχνιδιού ρόλων – αναφέρει ότι οι μαθητές μέσα από τη
διαδικασία της υποκριτικής αναλαμβάνουν ρόλους και τους εκφράζουν σαν να ήταν εκείνοι (Ladousse, 1987), με αποτέλεσμα να βιώνουν ένα μέρος του συναισθηματικού κόσμου των ηρώων του κειμένου.
Συμπερασματικά, λοιπόν, φαίνεται ότι οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να δράσουν για την
ανανέωση του σχολικού αντικειμένου των αρχαίων ελληνικών, ερευνώντας ποικίλους τρόπους μέσω της αρθρογραφίας και της βιβλιογραφίας, προσπαθώντας να
επαναπροσδιορίσουν τη στάση των μαθητών απέναντι στο αντικείμενο των αρχαίων. Η
παρούσα πρόταση αναφέρει μόνο μία πτυχή της καινοτομίας που μπορεί να προσφέρουν οι εκπαιδευτικοί στο σχολικό περιβάλλον.

Posted in Ανθρωπιστικές Επιστήμες | Tagged , , , , , , , , , , , , , | Leave a comment



Στην σημερινή εποχή, οι μηχανές έχουν καταλάβει ένα σημαντικό μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων. Η εφαρμογή μηχανικών συσκευών, από την μορφή των gadget για προσωπική χρήση, έως την μορφή των ολοκληρωμένων αυτόνομων γραμμών παραγωγής σε εργοστάσια, άνοιξε των δρόμο σε έναν νέο κλάδο μηχανικών.

Η μηχανοηλεκτρονική (mechatronics), όπως έχει καθιερωθεί ο όρος, είναι ένας συνδυασμός δύο πολύ έντονα αναπτυσσόμενων κλάδων της μηχανικής, των Μηχανολόγων μηχανικών και των Ηλεκτρολόγων μηχανικών. Η λέξη προέρχεται από τον συνδυασμό των λέξεων μηχανική (mechanics) και ηλεκτρονική (electronics) και δημιουργήθηκε από τον Ιάπωνα Tetsuro Mori. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του κλάδου είναι η μηχανολογία, ο ηλεκτρονικός σχεδιασμός και ο αυτόματος έλεγχος συστημάτων που βελτιώνουν τον τομέα της παραγωγής ή διευκολύνουν και αναβαθμίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων (Moheimani 2013).

Τα βασικά στάδια για τον σχεδιασμό μιας νέας μηχανοηλεκτρονικής διάταξης είναι τρία. (Tesla-Insitute, KÜNZEL 2005). Στο πρώτο στάδιο εντάσσεται η κατανόηση του προβλήματος και η ανάλυση της μηχανικής και των απαιτήσεων που έχει και η μοντελοποίηση του. Το στάδιο αυτό είναι κρίσιμο, διότι η σωστή επιλογή των μαθηματικών μοντέλων για την προσομοίωση της πραγματικότητας με αριθμούς θα καθορίσει την επιτυχία της κατασκευής. Αυτό το στάδιο είναι το πιο «ευαίσθητο» διότι γίνονται όλες οι παραδοχές και η επιλογή των εργαλείων για την βελτιστοποίηση της κατασκευής. Το δεύτερο στάδιο έχει να κάνει με την πρωτοτυποποίηση. Στο στάδιο αυτό εισάγεται το υλικό της κατασκευής και γίνεται μελέτη και βελτιστοποίηση της συμπεριφοράς του κατά την εφαρμογή των ηλεκτρονικών κομματιών. Στο στάδιο αυτό γίνεται και η υλική κοστολόγηση της κατασκευής. Το τρίτο στάδιο, το οποίο αρχικά δεν υπήρχε αλλά οι σημερινές απαιτήσεις το έκριναν απαραίτητο, είναι το στάδιο της συντήρησης και του κύκλου ζωής της κατασκευής. Κύκλος ζωής χαρακτηρίζεται ο χρόνος στον οποίο η κατασκευή ανταποκρίνεται κατά τον επιθυμητό τρόπο. Η συντήρηση και το κόστος είναι οι βασικοί παράγοντες για την αγορά ενός προϊόντος. Η εύκολη και φθηνή συντήρηση ενός προϊόντος μπορεί να εκτοξεύσει την αγοραστική του ικανότητα.

Μια μηχανοηλεκτρονική κατασκευή αποτελείται κυρίως από την μονάδα ελέγχου, τους αισθητές, τους ενεργοποιητές και τα μέσα επικοινωνίας. Η μονάδα ελέγχου είναι συνήθως μια ηλεκτρονική διάταξη με ενσωματωμένο κάποιον επεξεργαστή (συνήθως είναι μικρο-επεξεργαστής/microprocessor, ανάλογα με το μέγεθος της κατασκευής). Ο επεξεργαστής έχει ένα σύνολο αλγορίθμων οι οποίοι επιβλέπουν τις λειτουργίες της κατασκευής. Τα δεδομένα που χρησιμοποιεί για να λειτουργήσει τον αλγόριθμό του έρχονται από τους αισθητές. Οι αισθητές είναι κατάλληλες διατάξεις οι οποίες μετατρέπουν κάποια φυσική ποσότητα όπως η πίεση, το φως, η υγρασία, σε ηλεκτρικό σήμα. Μετά την λήψη του δεδομένου και την λειτουργία του κατάλληλου αλγορίθμου, η μονάδα ελέγχου, μέσω των καλωδιώσεων ή κάποιας ασύρματης επικοινωνίας (μέσα επικοινωνίας), στέλνει ένα αντίστοιχο σήμα στους ενεργοποιητές. Οι ενεργοποιητές στην πιο απλή περίπτωση είναι κάποιοι κινητήρες που εκτελούν κάποια απλή κίνηση. Η σωστή και βέλτιστη μελέτη, καθώς και ο βέλτιστος σχεδιασμός των επιμέρους μελών, οδηγούν στην άψογη λειτουργία της κατασκευής.


“THE MECHATRONICS DESIGN PROCESS”, KÜNZEL Gunnar, Informačné a automatizačné technológie v riadení kvality produkcie Vernár, 14-9-2005


“Mechatronics, The Science of Intelligent Machines”, S. O. R. Moheimani, 2013

“Mechatronic Design Process: A Survey of Product Data Model”, Chen Zhenga,*, Matthieu Bricognea, Julien Le Duigoua, Benoît Eynarda, Université de Technologie de Compiègne, Department of Mechanical Systems Engineering, UMR CNRS 7337 Roberval, CS 60319, 60203 Compiègne Cedex, France, 2014

Posted in Μηχανική | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

Στατιστική μελέτη

Για τους σκοπούς της μελέτης θα πραγματοποιηθεί αρχικά ανάλυση των δεδομένων με μεθόδουςπεριγραφικής  στατιστικής και έπειτα στατιστική επεξεργασία με επαγωγική στατιστική (Field A. , 2013),(Field, Miles, & Field, 2012) .
Για τις ποιοτικές μεταβλητές υπολογίστηκαν οι συχνότητες εκφρα σμένες τόσο σε απόλυτη τιμή  όσο και  σεποσοστό %. Επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν πίνακες συνάφειας οι οποίοι είναι πίνακες διπλής εισόδου πουπεριγράφουν ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες μεταβλητές. Ο έλεγχος ανεξαρτησίας των ποιοτικώνμεταβλητών έγινε με το Χ 2 -τεστ του Pearson (Plackett, 1983).
Για τις ποσοτικές μεταβλητές υπολογίστηκαν τα περιγραφικά μέτρα δηλαδή τα μέτρα κεντρικής τ άση ς(μέση  τιμή, διάμεσος, τεταρτημόρια) και τα μέτρα διασποράς (διασπορά, τυπική απόκλιση). Να σημειωθείότι για τις ποσοτικές μεταβλητές κρίσιμο ρόλο στη μέθοδο στατιστικής ανάλυσης που θα επιλεχθείδιαδραματίζει το γεγονός αν οι τιμές της μεταβλητής ακολουθούν την κανονική κατανομή ή όχι.
Προκειμένου επομένως να διαπιστωθεί αν οι ποσοτικές μεταβλητές ακολουθούν την κανονική κατα  νομή ,χρησιμο ποιήθηκε η δοκιμασία Kolmogorov-Smirnov (Smirnov, 1948), όταν ο αριθμός των παρατηρήσεωνήταν πάνω από 50 και εναλλακτικά η δοκιμασία Shapiro-Wilk (Shapiro & Wilk, 1965), όταν ο αριθμός τωνπαρατηρήσεων ήταν κάτω από 50. Οι ποσοτικές μεταβλητές οι οποίες βρέθηκε ότι ακολουθούν τηνκανονική κατανομή περιγράφονται από τη μέση τιμή και την τυπική απόκλιση, ενώ αυτές που δεν
ακολουθούν την κανονική κ ατανομή περιγράφονται από τη διάμεσο, το εύρος τιμών και τοενδοτεταρτημοριακό εύρος.
Για τη σύγκριση των ποσοτικών  μεταβλητών μεταξύ δύο διαφορετικών ομάδων χρησιμοποιήθηκε το Student’s t -test  (Hettmansperger & McKean, 1998) για τις μεταβλητές που κατανέμονται κανονικά και η μηπαραμετρική μέθοδος ανάλυσης Mann- Whitney test (Hettmansperger & McKean, 1998) για τις μεταβλητέςπου δεν κατανέμονται κανονικά.
Για τη σύγκριση των ποσοτικών μεταβλητών μεταξύ περισσοτέρων των δύο διαφορετικών ομάδωνεπιλέγεται ο  έλεγχος της ανάλυσης διασποράς με έναν παράγοντα (One Way Anova) (Welch, 1951) καιέπειτα η Tukey Post-Hoc Analysis (Tukey, 1949) προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιες δυάδες ομάδωνοφείλεται η ύπαρξη διαφορών στις μέσες τιμές, εφόσον υπάρχει. Ο έλεγχος της ανάλυσης διασποράς με ένανπαράγοντα πραγματοποιείται εφόσον οι μεταβλητές είναι κανονικά κατανεμημένες και εφόσον υφίσταταιομοιογένεια διασπορών. Σε αντίθετη περίπτωση χρησιμοποιείται η μη παραμετρική δοκιμασία Kruskal-Wallis (Daniel, 1990). Στην περίπτωση που προκύψουν στατιστικά σημαντικές διαφορές από τη δοκιμασίαKruskal-Wallis (Daniel, 1990) επιλέγεται να πραγματοποιηθούν οι μη παραμετρικές δοκιμασίες Mann-Whitney (Hettmansperger & McKean, 1998) μεταξύ των δυάδων των ομάδων, χρησιμοποιώντας είτε τηδιόρθωση Bonferroni (Dunnett, 1955) είτε τη μέθοδο Siegel – Castellan (Siegel & Castellan, 1988) ώστε να διαπιστωθεί που οφείλονται.

Daniel, W. W. (1990). Kruskal–Wallis one-way anal ysis of variance by ranks. Applied NonparametricStatistics (2nd ed.). Boston: PWS-Kent: PWS-Kent.
Dunnett, C. W. (1955). A multiple comparisons procedure for comparing  several treatments with a control.Journal of the American Statistical Association, 50 (272): 1096–1121.
Field, A. (2013). Discovering Statistics Using IBM SPSS Statistics. Sage Publications Ltd.
Field, A. P., Miles, J., & Field, Z. (2012). Discovering statistics using R. London: Sage.
Hettmansperger, T., & McKean, J. (. (1998). Robust nonparametric statistical methods. Kendall's Library of
Statistics. London; New York: Edward Arnold: John Wiley and Sons, .
Plackett, R. L. (1983). Karl Pearson and the Chi-Squared Test. International Statistical Review, 51 (1): 59–72.
Shapiro, S. S., & Wilk, M.  B. (1965). An analysis of variance test for normality (complete samples).Biometrika, 52 (3–4): 591–611.
Siegel, S.,  & Castellan, N. J. (1988). Nonparametric statistics for the behavioral sciences (2nd ed.). New York:McGraw-Hill.
Smirnov, N. (1948). Table for estimating the goodness of fit of empirical distributions. Annals ofMathematical Statistics, 19: 279–281.
Tukey, J. (1949). Comparing Individual Means in the Analysis of Variance. Biometrics, 5 (2): 99–114.
Welch, B . L. (1951). On the Comparison of Several Mean Values: An Alternative Approach . Biometrika, 38:330–336.

Posted in Στατιστική | Tagged , , , , , | Leave a comment


ISM Code
Οι συνέπειες της ρύπανσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, των ναυτικών ατυχημάτων
και άλλων παραγόντων, που αναφέραμε πιο πάνω, οδήγησαν τον ΙΜΟ να λάβει
κάποια θεσμικά μέτρα για μια πιο ποιοτική διαχείριση των πλοίων αλλά και
εταιρειών που είναι υπεύθυνες για τις θαλάσσιες μεταφορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός εισήγαγε τον ISM Code, ο
οποίος έχει βασικό στόχο την εφαρμογή της έννοιας της ασφάλειας στη ναυτιλία. Ο
ISM Code, υποχρεωτικά εφαρμόζεται από όλες τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις και
υιοθετήθηκε από τον ΙΜΟ το 1993 και το 1994 ενσωματώθηκε στη Διεθνή σύμβαση
για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (Safety of Life at Sea/SOLAS).
O ISM Code 1 εστιάζει στην εφαρμογή προτύπων και διαδικασιών από τις ναυτιλιακές
επιχειρήσεις και έχει βασικό στόχο την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής και την
αποφυγή πρόκλησης βλαβών στο θαλάσσιο περιβάλλον και την περιουσία. Η βασική
ιδέα στην οποία στηρίχθηκε ο ISM Code συνδέεται με το ρόλο του ανθρώπινου
παράγοντα στην πρόληψη και αποφυγή ανεπιθύμητων καταστάσεων. Εφόσον στα
περισσότερα ναυτικά ατυχήματα καταγράφεται εμπλοκή του ανθρώπινου παράγοντα,
ένα σύστημα κανόνων και διαδικασιών που θα ορίζει τις ενέργειες αυτού του
παράγοντα και θα περιορίζει την αυθαίρετη δράση του θα μπορούσε να οδηγήσει στη
μείωση εμφάνισης ανεπιθύμητων καταστάσεων.
O ISM Code συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός συστήματος που:
 Στηρίζεται στην πρόληψη
 Προβλέπει πιθανές αιτίες για την πρόκληση ανεπιθύμητων καταστάσεων
 Αναγνωρίζει το ρόλο των ατόμων
 Επικεντρώνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πλοίων και στις
διαδικασίες που θα πρέπει να εφαρμοστούν για να λειτουργήσει το σύστημα.
Ο ISM Code, λοιπόν, καλύπτει την οργάνωση και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν
από τη ναυτιλιακή επιχείρηση ώστε να ελεγχθεί το επίπεδο ασφάλειας και να
περιοριστεί ο κίνδυνος.
Κάθε ναυτιλιακή επιχείρηση πρέπει να εφαρμόζει ένα Σύστημα Διοίκησης Ασφάλειας
(Safety Management System/SMS), το οποίο να περιλαμβάνει:
 Λειτουργικές απαιτήσεις σχετικά με την πολιτική της επιχείρησης για την
ασφάλεια και προστασία του περιβάλλοντος
 Οδηγίες και διαδικασίες για την ασφαλή λειτουργία των πλοίων
 Καθορισμένα επίπεδα εξουσίας και γραμμές επικοινωνίας στα γραφεία της
ξηράς και στο πλοίο
 Αναφορές ατυχημάτων και μη συμμορφώσεων
 Διαδικασίες ανταπόκρισης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης
 Διαδικασίες εσωτερικών ελέγχων και αναθεωρήσεων.
Η ανάπτυξη και εφαρμογή του SMS οδηγεί σε ένα πιστοποιητικό συμμόρφωσης
(Document of Compliance/DOC) για τη ναυτιλιακή επιχείρηση και σε ένα
πιστοποιητικό για το πλοίο ( Safety Management Certificate/SMC), τα οποία ισχύουν
για πέντε έτη και υπόκεινται σε συνεχή επανεκτίμηση. Τα πιστοποιητικά εκδίδονται
από τη διοίκηση της σημαίας στην οποία είναι εγγεγραμμένα τα πλοία ή από άλλο
σχετικό οργανισμό που είναι εξουσιοδοτημένος από τη διοίκηση της σημαίας για
αυτό το σκοπό 2 .


O Κώδικας για την Ασφάλεια των Πλοίων και των Λιμενικών Εγκαταστάσεων (ISPS
Code) 3 αρχικά δημιουργήθηκε για την περαιτέρω θωράκιση των κρατών από το
λαθρεμπόριο και την τρομοκρατία. Επόμενος στόχος του ήταν η εγκαθίδρυση ενός
συστήματος ελέγχου ασφάλειας στις κύριες εισόδους των λιμανιών του κάθε
Οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις μετά την 1 η Ιουλίου του 2004 είναι υποχρεωμένες να
συντάξουν για τα πλοία τους σχέδιο διαχείρισης ασφάλειας (Ship Security Plan/SSP).
Το σχέδιο αυτό υποβάλλεται σε αναγνωρισμένο νηογνώμονα που το πιστοποιεί. Το
πλάνο διαχείρισης της ασφάλειας του πλοίου θα πρέπει να περιέχει τα παρακάτω:
1. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια την οργανωτική δομή της ασφάλειας του
2. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τα συστήματα επικοινωνιών που επιτρέπουν
τη συνεχή και αποτελεσματική επικοινωνία του πλοίου με τρίτους
3. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τα καθήκοντα και τις ευθύνες όλου του
προσωπικού του πλοίου που έχουν ρόλο ασφαλείας
4. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή
μεταφοράς όπλων, επικίνδυνων ουσιών και ναρκωτικών
5. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τις περιοχές περιορισμένης πρόσβασης και τα
μέτρα πρόληψης για τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε αυτές
6. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τις διαδικασίες για την απόκριση στις απειλές
ή στις παραβιάσεις της ασφάλειας
7. Να παρουσιάζει με λεπτομέρεια τις διαδικασίες για την εκπαίδευση, τα
γυμνάσια και τις ασκήσεις του πληρώματος που συνδέονται με το σχέδιο

8. Προσδιορισμό του Αξιωματικού Ασφαλείας (Officer Security) και του
υπεύθυνου ασφάλειας στην εταιρεία.


1 www.imo.org/OurWork/HumanElement/SafetyManagement/Pages/Default.aspx

2 Θεοτοκάς Γιάννης, Οργάνωση και Διοίκηση Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,
Αθήνα 2011, σελ. 346-349
3 http://en.wikipedia.org/wiki/International_Ship_and_Port_Facility_Security_Code


Posted in Ναυτιλία | Tagged , , , , , , , | Leave a comment